Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012


Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ



Το 1963 η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους με τη συμπλήρωση της πρώτης χιλιετίας της ιστορίας της έδινε την εντύπωση πως είχε διαγράψει ολόκληρο τον κύκλο της ζωής και βάδιζε προς το τέλος της. Γεννήθηκε, ανδρώθηκε, παρουσίασε πλούσιους πνευματικούς και πολιτιστικούς καρπούς και γέρασε. Οι δυνάμεις της είχαν περιοριστεί εντυπωσιακά. Οι μοναχοί λιγόστεψαν πολύ και ο μέσος όρος της ηλικίας τους ήταν πάνω από 55 χρόνια. Οι γέροντες πέθαιναν φυσιολογικά, χωρίς να βλέπουν νεότερους να τους διαδέχονται στις μονές και τα ερημητήριά τους. Τεράστια μοναστηριακά συγκροτήματα, που άλλοτε έσφυζαν από ζωή, εγκαταλήφθηκαν και ερημώθηκαν. Όλα μαρτυρούσαν παρακμή.
Βέβαια η παρακμή αυτή δεν ήταν η πρώτη που γνώρισε η μοναστική πολιτεία στη μακραίωνη ιστορία της. Όλοι όμως σχεδόν νόμισαν πως ήταν η τελευταία. Ακόμα και πολλοί μοναχοί είχαν πιστέψει πως δεν είχαν πλέον διαδόχους στις θέσεις τους. Γι' αυτό στο περιθώριο του εορτασμού της χιλιετερίδας, είχε λεχθεί ότι η εορταστική αυτή εκδήλωση ήταν η «επικήδεια τελετή» ή ακόμα και το «μνημόσυνο» του μοναχισμού του Αγίου Όρους.
Αλλά και η πρώτη δεκαετία της δεύτερης χιλιετίας της ιστορίας του Αγίου Όρους φαινόταν να επιβεβαιώνει τις απαισιόδοξες προοπτικές. Οι μοναχοί εξακολουθούσαν να λιγοστεύουν, τα γνωρίσματα της ερημώσεως περίσσευαν και το μέλλον φαινόταν σκοτεινό. Παράλληλα οι ανεκτίμητοι θησαυροί της χιλιόχρονης αυτής πολιτείας καλλιέργησαν σε ορισμένους υπεύθυνους και ανεύθυνους παράγοντες τη σκέψη ότι θα έπρεπε να επιχειρηθεί η τουριστική αξιοποίησή τους. Οι προοπτικές όμως προς την κατεύθυνση αυτή δεν φάνηκαν και τόσο ευοίωνες. Όπως αποδείχθηκε από ειδικές μελέτες, τα έξοδα για την τουριστική αξιοποίηση του Αγίου Όρους και τη διαφύλαξη των θησαυρών του ενδεχομένως από φύλακες, που θα έπαιρναν τη θέση των μοναχών, θα ήταν πολύ περισσότερα από τα προβλεπόμενα έσοδα.
Ενώ όμως συνέβαιναν αυτά, μια παράδοξη αλλαγή σημειώθηκε στο Άγιον Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας, όπως συνηθίζουν να το ονομάζουν οι μοναχοί. Μια αλλαγή που δεν θα μπορούσε να την προβλέψει και η πιο αισιόδοξη αντικειμενική προοπτική, αλλά και που δικαίωσε την απλοϊκή και άδολη ελπίδα των αγιορειτών εκείνων μοναχών, που έλεγαν πάντοτε ότι η Παναγία δεν θα επιτρέψει να ερημώσει το Περιβόλι της.
Μια πρόχειρη στατιστική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο τέλος της πρώτης δεκαετίας μετά την «επικήδεια τελετή», παρουσίασε την εξής σημαντική ένδειξη, που προκάλεσε ιδιαίτερη προσοχή. Ενώ κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών τα στατιστικά στοιχεία έδειχναν ότι ο αριθμός των μοναχών του Αγίου Όρους μειωνόταν σταθερά, το 1972 για πρώτη φορά τα στοιχεία έδειξαν ότι ο αριθμός των μοναχών δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε κατά μία μονάδα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Έτσι ενώ το 1971 οι μοναχοί του Αγίου Όρους ήταν 1145, το 1972 έγιναν 1146.
Η φαινομενικά ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστικά σημαδιακή αυτή αύξηση του αριθμού των αγιορειτών μοναχών συνεχίζεται αυξανόμενη ως σήμερα. Περιοδικές παλινδρομήσεις, που σημειώθηκαν κατά την ανοδική αυτή πορεία, οφείλονται στον υψηλό δείκτη θνησιμότητας, που παρουσίαζε ο γηρασμένος παλαιότερα πληθυσμός της Αθωνικής πολιτείας. Έτσι από το 1972 ως το 1996 που πραγματοποιήθηκε και η τελευταία καταμέτρηση (Γ.Ι. Μαντζαρίδης) των αγιορειτών 1036 νέοι μοναχοί προσήλθαν στο Άγιον Όρος. Αναλυτικότερα κατά την πρώτη πενταετία (1972-76) προσήλθαν 143 νέοι μοναχοί, δηλαδή κατά μέσο όρο 29 περίπου το έτος. Κατά τη δεκαετία 1977-86 προσήλθαν 284 μοναχοί και διατηρήθηκε ο ίδιος σχεδόν μέσος όρος προσελεύσεως κατά έτος. Τέλος κατά τη δεκαετία 1987-96 προσήλθαν 609 μοναχοί, δηλαδή κατά μέσο όρο 61 περίπου το έτος. Έτσι παρατηρούμε ότι η προσέλευση νέων μοναχών στο Άγιο Όρος όχι μόνο διατηρήθηκε αμείωτη, αλλά και αυξήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία με ποσοστό που υπερβαίνει το 100%.
Η αύξηση των μοναχών του Αγίου Όρους δεν εκδηλώθηκε εξαρχής με την αρμονική ανάπτυξη όλων των μονών. Ειδικότερα ως τα μέσα της δεκαετίας του '70 παρατηρούμε ότι από τις είκοσι ιερές μονές του Αγίου Όρους αύξηση παρουσίασαν μόνο οι 8, ενώ στις υπόλοιπες 12 σημειώθηκε μείωση του αριθμού των μοναχών. Οι οκτώ αυτές μονές είναι οι εξής: Ιβήρων, Χελανδαρίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Σίμωνος Πέτρας, Αγίου Παύλου, Γρηγορίου και Εσφιγμένου. Από τις οκτώ πάλι αυτές μονές οι τρεις (Φιλοθέου, Σίμωνος Πέτρας και Γρηγορίου) παρουσίασαν εντυπωσιακή αύξηση, που έφθασε ως τον τριπλασιασμό του αριθμού των μοναχών τους (Σίμωνος Πέτρας). Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στο ότι η επάνδρωση των μονών του Αγίου Όρους κατά την περίοδο αυτή δεν έγινε με την προσέλευση μεμονωμένων ατόμων, αλλά με την ομαδική εγκατάσταση συνοδειών, που απαρτίζονταν κυρίως από νέους και προέρχονταν από μονές έξω από το Άγιον Όρος. Οι συνοδείες αυτές έρχονταν προσκαλούμενες από παλαιότερους αγιορείτες μοναχούς, που έβλεπαν την ερήμωση των μονών τους. Συνήθως μάλιστα χρειάζονταν να παρακαμφθούν και τυπικά εμπόδια, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εγκατάστασή τους στις μονές. Έτσι η μονή που προσκαλούσε κάποια συνοδεία, σε συνεννόηση με την Ιερά Κοινότητα, παρέκαμπτε τις διατάξεις του καταστατικού Χάρτη (άρθρο 112) σχετικά με την ηλικία ή τον τόπο κουράς του πνευματικού πατέρα της συνοδείας και επέτρεπε την έλευση και ανάδειξή του σε ηγούμενο.
Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της ανακάμψεως του μοναχισμού του Αγίου Όρους εμφανίζεται και η τάση για μετακίνηση ομάδων μοναχών από εξαρτήματα μονών, που συγκέντρωναν τότε περίπου τα 3/5 των αγιορειτών μοναχών, σε μονές. Η δυσμενής όμως κατάσταση στην οποία βρίσκονταν γενικότερα οι ιερές μονές συντελούσε, ώστε οι μεμονωμένοι νέοι που προσέρχονταν στον μοναχισμό να μην προτιμούν τα μοναστήρια, αλλά τις σκήτες και τα ερημητήρια, στα οποία έμεναν ασκητές με ιδιαίτερη πνευματική ακτινοβολία. Έτσι από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να δημιουργείται η συνοδεία του Γέροντα Ιωσήφ του Σπηλαιώτη και κατά την επόμενη δεκαετία η συνοδεία του Γέροντα Παϊσίου. Η άυξηση όμως των μελών των νέων συνοδειών, που σήμαινε ταυτόχρονα και αύξηση των στεγαστικών τους αναγκών, καθιστούσε προβληματική την περαιτέρω παραμονή τους στα εξαρτήματα. Προέκυπτε λοιπόν η ανάγκη για αναζήτηση καταλληλότερου τόπυ εγκαταβιώσεως. Ο τόπος αυτός προσφερόταν ήδη στις μονές, που άρχισαν να ερημώνονται από μοναχούς, ενώ διέθεταν άφθονους χώρους για τις αυξημένες ανάγκες των συνοδειών. Στη φάση λοιπόν αυτή ακμαίες συνοδείες προσκλήθηκαν για να επανδρώσουν μονές που ερημώνονταν. Οι νέοι μοναχοί ανέλαβαν βαθμηδόν τη διοίκηση των μονών αυτών, στις οποίες εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις όχι μόνο για τη δική τους παραμονή αλλά και για την προσέλευση νέων μοναχών.
Σε δεύτερη φάση, που αρχίζει από τα μέσα της δεκαετίας του '70, παρατηρείται και το φαινόμενο της ομαδικής μεταβάσεως μοναχών από ακμαιότερες μονές σε ασθενέστερες. Και στις περιπτώσεις αυτές η ομάδα των μοναχών που προσέρχεται στην ασθενέστερη μονή αναλαμβάνει την διοίκηση και διαχείρισή της. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η δυσανάλογη αύξηση του αριθμού των μοναχών ορισμένων μονών και αποφεύγεται η ερήμωση άλλων.
Τέλος με την έναρξη της δεκαετίας του '80 άρχισε να σημειώνεται και κάποια κίνηση από τις μονές προς τα εξαρτήματα. Μοναχοί που εγκαταβίωσαν για μερικά χρόνια στις μονές και απέκτησαν την απαιτούμενη μοναχική πείρα αποσύρονται σε εξαρτήματα, όπου μπορούν να έχουν περισσότερη ησυχία. Έτσι αρχίζει η ευρύτερη αναβίωση των ησυχαστηρίων.
Η αριθμητική αύξηση των μοναχών του Αγίου Όρους συμβαδίζει και με τη μείωση του μέσου όρου ηλικίας τους, γιατί όλοι σχεδόν, όσοι προσέρχονται κατά την τελευταία περίοδο στον μοναχισμό, είναι νέοι στην ηλικία. Ήδη η συντριπτική πλειοψηφία των αγιορειτών μοναχών απαρτίζεται από αυτούς που προσήλθαν κατά την τελευταία εικοσιπενταετία. Το φαινόμενο αυτό ανανέωσε τον αγιορειτικό μοναχισμό και αποκατέστησε πλήρως την πυραμίδα των ηλικιών, μειώνοντας ταυτόχρονα και τον μέσο όρο ηλικίας τους στα 48 περίπου χρόνια. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μοναχών σήμερα είναι ηλικίας 31-40 ετών, ενώ οι μονές σε σχέση με τα εξαρτήματα έχουν τους περισσότερους και νεότερους μοναχούς.
Εξάλλου το μορφωτικό επίπεδο των μοναχών βρίσκεται σε σαφώς υψηλότερη βαθμίδα από τον μέσο όρο μορφώσεως του ελληνικού πληθυσμού. Σήμερα προσέρχονται για να μονάσουν στο Άγιον Όρος πολλοί πτυχιούχοι ανωτέρων και ανωτάτων σχολών από διάφορους επιστημονικούς κλάδους. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι, κατά την πενταετία 1960-64 είχαν προσέλθει 3 μόνο πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών στο Άγιον Όρος (ποσοστό 2,8%), σήμερα οι πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών μέσα στο σύνολο των μοναχών του Αγίου Όρους είναι 343 (ποσοστό 27%). Από αυτούς οι 133 (ποσοστό 10,5%) έχουν πτυχίο Θεολογίας, ενώ οι υπόλοιποι 210 (ποσοστό 16,5%) διαθέτουν πτυχία άλλων Πανεπιστημιακών Σχολών. Το ποσοστό εκείνων που δεν τελείωσαν το Δημοτικό Σχολείο περιορίζεται στο 1,7%.
Από άποψη οργανώσεως της μοναστικής ζωής το Άγιον Όρος παρουσίασε κατά την τελευταία περίοδο ραγδαίες εξελίξεις. Ως αυθεντικό σύστημα για τη οργάνωση της ομαδικής ζωής των μοναχών αναγνωρίζεται γενικά το κοινοβιακό, που απορρίπτει την ατομική ιδιοκτησία. Το ιδιόρρυθμο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εξέλιξη του παλιού λαυρεωτικού. Το σύστημα αυτό, που επικράτησε σε κρίσημες καμπές της ιστορίας του μοναχισμού, επιτρέπει την ατομική ιδιοκτησία. Καμιά από τις είκοσι ιερές μονές που υπάρχουν σήμερα στο Άγιον Όρος δεν έμεινε χωρίς να περάσει για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα από τη φάση της ιδιορρυθμίας. Ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους απαγορεύει τη μετατροπή κοινοβιακής μονής σε ιδιόρρυθμη, ενώ επιτρέπει τη μετατροπή ιδιόρρυθμης μονής σε κοινοβιακή (άρθρο 85). Στις αρχές της εικοσιπενταετίας αυτής 9 από τις 20 μονές του Αγίου Όρους ήταν ιδιόρρυθμες. Σήμερα όλες είναι κοινοβιακές. Στις είκοσι ιερές μονές υπάγονται και όλα τα αγιορειτικά εξαρτήματα (Σκήτες, Κελλιά, Καλύβες, Ησυχαστήρια, Καθίσματα), όπως και τα εκτός Αγίου Όρους μετόχια, πολλά από τα οποία λειτουργούν ως αξιόλογα πνευματικά κέντρα.
Ακόμα πρέπει να σημειωθεί ότι στο Άγιο Όρος σήμερα δεν εκπροσωπούνται μόνο οι παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες (Ελλάδα, Ρωσία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Γεωργία), αλλά και πολλοί άλλοι λαοί από διάφορα έρη του κόσμου (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Καναδάς, Ολλανδία, Περού, Συρία, Αφρική) με ορθόδοξα μέλη τους. Έτσι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους έχει πραγματικά οικουμενικό χαρακτήρα. Η διατήρηση και περαιτέρω ενίσχυση του οικουμενικού αυτού χαρακτήρα της Αθωνικής πολιτείας έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα όχι μόνο για το μοναχισμό, αλλά και για ολόκληρη την Εκκλησία.
Αναζητώντας τις απαρχές της ανακάμψεως του αγιορείτικου μοναχισμού μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένες ισχυρές χαρισματικές προσωπικότητες με έντονη πνευματική και ηθική ακτινοβολία. Οι προσωπικότητες αυτές που έζησαν ή και εξακολουθούν να ζουν στις ημέρες μας, δημιούργησαν ρεύματα προσελεύσεως στο μοναχικό βίο. Περιοριζόμενοι σε αυτούς που απεχώρησαν ήδη από τη ζωή αυτή, σημειώνουμε τον ησυχαστή Γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη (+1959), στον οποίο ανάγουν σήμερα την πνευματική τους πατρότητα έξι από τις είκοσι ιερές μονές του Αγίου Όρους, τον Γέροντα Παϊσιο (+1994), ο οποίος συνδέεται επίσης με τη σύσταση ή ανανέωση ορισμένων μονών, αλλά υπήρξε και πνευματικός οδηγός πολλών αγιορειτών μοναχών, όπως και αναρίθμητων πιστών, και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993), ο οποίος ενώ πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του στη Μονή Τιμίου Προδρόμου του Έσσεξ που ίδρυσε, έζησε περισσότερες από δύο δεκαετίες στο Άγιον Όρος (1925-1947) και με το βιβλίο του «Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης» οδήγησε πολλούς νέους στο μοναχισμό.
Χαρακτηριστικό των απαρχών της δεύτερης χιλιετίας από την άποψη της μορφής της μοναχικής ζωής είναι η αμοιβαία προσέγγιση της κοινοβιακής και της ησυχαστικής παραδόσεως. Η ησυχαστική παράδοση με την άσκηση της μονολόγιστης ευχής του Ιησού, που καλλιεργούνταν σχεδόν αποκλειστικά στα ησυχαστήρια, εισέδυσε και διαδόθηκε ευρύτατα στα κοινόβια. Έτσι η παράδοση αυτή αποτελεί σήμερα ουσιώδες στοιχείο της κοινοβιακής ζωής. Από την άλλη πλευρά η κοινοβιακή παράδοση με τις τακτές ακολουθίες, που δεν υπήρχε στην ησυχαστική ζωή, εισέδυσε και καθιερώθηκε ως ένα βαθμό και σ' αυτήν. Σε όλα σχεδόν τα ησυχαστήρια του Αγίου Όρους υπάρχουν σήμερα τακτές ακολουθίες που πλαισιώνουν την ησυχαστική ζωή.
Τέλος, η προσέγγιση της ησυχαστικής και της κοινοβιακής παραδόσεως, που σημειώθηκε στα πλαίσια της ορθόδοξης μοναχικής ζωής, συμβαδίζει με κάποια ευρύτερη προσέγγιση μοναχισμού και κόσμου. Η προσέγγιση αυτή, που υφίστατο πάντοτε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είχε ατονίσει κατά τους νεότερους χρόνους. Ήδη η κατάσταση έχει τελείως μεταβληθεί. Χιλιάδες επισκεπτών κατακλύζουν κάθε χρόνο το Άγιον Όρος και έρχονται σε προσωπική επικοινωνία με το πνεύμα και τη ζωή των μοναχών. Από την άλλη πλευρά οι μοναχοί, με ομιλίες τους προς τον κόσμο, με περιοδικά ή έκτακτα δημοσιεύματα, με λήψη θέσεων σε σοβαρά εκκλησιαστικά ή κοινωνικά θέματα, και πολύ περισσότερο με εξατομικευμένη πνευματική καθοδήγηση, επηρεάζουν έντονα την πνευματική ζωή των πιστών και έχουν ουσιαστική επίδραση στην Εκκλησία και την κοινωνία. Η αναθέρμανση της θρησκευτικής ζωής και το μεγάλο ενδιαφέρον που παρατηρείται σήμερα στον ελληνικό, αλλά και ευρύτερα στον ορθόδοξο κόσμο για την ορθόδοξη πνευματική ζωή, συνδέονται άμεσα με την προσέγγιση αυτή του μοναχισμού και της κοινωνίας των πιστών μέσα στον κόσμο.
Για την διαφύλαξη της αγιορείτικης κληρονομιάς ιδρύθηκε το 1981 το Κέντρο Διαφυλάξεως Αγιορειτικής Κληρονομιάς. Σ' αυτό μετέχουν εκπρόσωποι της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, η Πολιτική Διοίκηση και ο ΓΓ του Υπουργείου Μακεδονίας και Θράκης, στο οποίο υπάγεται. Το Κέντρο αυτό ασχολείται και με τη διαχείριση των κονδυλίων που διατίθενται για την εκπόνηση μελετών και την εκτέλεση έργων στο Άγιον Όρος.
Η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν φυσικό να δημιουργεί προβλήματα στην ιδιάζουσα μορφή ζωής του Αγίου Όρους. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών υπογράφηκε μεταξύ της Ελλάδος και των λοιπών κρατών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κοινή δήλωση, που κατοχυρώνει την ιδιαιτερότητα και το ειδικό νομικό καθεστώς του Αγίου Όρους.
Το ευχάριστο, αλλά και ταυτόχρονα ανησυχητικό για ορισμένους φαινόμενο, που διαπιστώνεται σήμερα στο Άγιον Όρος, είναι ο πυρετός ανοικοδομήσεως. Τα κατεστραμμένα και ερειπωμένα κτίσματα των μονών αποκαθίστανται με γοργούς ρυθμούς, προκαλώντας ως ένα βαθμό περισπασμούς και ανησυχίες στους μοναχούς. Εξ άλλου ο μεγάλος αριθμός των προσκυνητών και επισκεπτών, που εμφανίζεται καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του έτους, η αθρόα είσοδος μηχανημάτων και αυτοκινήτων, αλλά και η διάνοιξη δρόμων, επηρεάζουν ως ένα βαθμό τη μορφή και το ρυθμό ζωής στο Άγιον Όρος. Εκείνο όμως, που συνήθως λησμονείται, είναι ότι από τα τέλη του προπερασμένου αιώνα καμιά σοβαρή προσπάθεια ανοικοδομήσεως δεν έγινε στο Άγιον Όρος. Η φυσιολογική λοιπόν φθορά των κτηριακών εγκαταστάσεων απαιτούσε ήδη μεγάλες οικοδομικές εργασίες. Η αύξηση του αριθμού των προσκυνητών δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες. Αν επιπλέον ληφθούν υπόψη οι ραγδαίες αλλαγές τελευταίων δεκαετιών στην κοινωνική ζωή και την τεχνολογία, που αναπόφευκτα επηρεάζουν τη μορφή και το ρυθμό της ζωής στο Άγιον Όρος, γίνεται φανερό ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό.

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης 
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θεσσαλονίκης

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Η χερσόνησος του Άθω είχε ερημωθεί κατά την ύστερη αρχαιότητα και έμεινε ακατοίκητη όλο τον 7ο και τον 8ο αιώνα. Ούτε βοσκοί, φαίνεται, να είχαν εγκατασταθεί σ' αυτήν, προφανώς λόγω του μεγάλου μήκους και της απόστασης που τη χωρίζει από τις κατοικημένες περιοχές. Πλησιέστερη οχυρωμένη πόλη ήταν η Ιερισσός, που δοκίμαζε κι αυτή δημογραφικά προβλήματα, εφόσον δέχθηκε τον 10ο αιώνα ξένους εποίκους.
Οι πρώτοι ερημίτες εγκαταστάθηκαν στο Όρος γύρω στο 800. Oι τοπικές παραδόσεις που αναφέρονται σε μοναστήρια τα οποία ιδρύθηκαν σε παλιότερες εποχές (ως και τον 4ο αιώνα) δεν έχουν ιστορική βάση. Εμφανίζονται κυρίως τον 16ο αιώνα, και οφείλονται σε μοναχούς, που νόμιζαν πως έτσι δόξαζαν τη μονή μετανοίας τους, σε μια εποχή που η πτώση του μορφωτικού επιπέδου λιγόστευε τις πιθανότητες ελέγχου. Ο αριθμός των ασκητών φαίνεται πως αυξήθηκε αρκετά γρήγορα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γενέσιο, που έγραφε τον 10ο αιώνα, μοναχοί από τον Άθω, και από άλλα μεγάλα μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας, ήλθαν το 843 στην Κωνσταντινούπολη για να εορτάσουν την αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων. Άρα υπήρχε ήδη εκεί ένα μοναστικό κέντρο αρκετά σημαντικό και γνωστό ώστε να συμμετέχει με επίσημη αντιπροσωπεία σε σημαντικές εκδηλώσεις της εκκλησίας. Τον 9ο αιώνα έζησαν και οι αρχαιότεροι αθωνίτες άγιοι που μας είναι γνωστοί, όπως ο αυστηρός ασκητής Πέτρος ο Αθωνίτης και ο άγιος Ευθύμιος ο νέος. Ο τελευταίος προερχόταν από τη μεγάλη μοναστική κοινότητα του Βιθυνικού Ολύμπου. Η μετακίνησή του μαρτυρεί πως ο Άθως είχε ήδη αποκτήσει σημαντική φήμη, ακόμη και στα άλλα μεγάλα και παλαιά μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας.
Στον Άθω αποσύρονταν κυρίως ερημίτες και ασκητές, που ζούσαν ολομόναχοι ή σε μικρές ομάδες. Προέρχονταν κυρίως από τις γειτονικές περιοχές, από τη Θεσσαλονίκη ως την Καβάλα. Με τη σκληρή άσκηση αντιστέκονταν στους πειρασμούς του σώματος. Εξαντλητική νηστεία, κακουχίες στη ζέστη και στο κρύο, συνεχής προσευχή. Ορισμένοι μοναχοί έβλεπαν και οράματα, ενίοτε προφητικά. Και φυσικά οι Αθωνίτες συγκέντρωσαν τον θαυμασμό όλων των κατοίκων της Χαλκιδικής. Ζούσαν σε απόλυτη ησυχία, κοντά στη φύση με ελάχιστες παρεμβάσεις και ελάχιστες απαιτήσεις.
Αντιστέκονταν επίσης και στην εισαγωγή του οργανωμένου μοναχισμού. Τα πρώτα κοινόβια ιδρύθηκαν, ενίοτε από τέως Αθωνίτες, έξω από το Όρος, στη Χαλκιδική, κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Η αντιπάθεια των πρώιμων Αθωνιτών για το κοινοβιακό σύστημα φαίνεται και από το ότι στον βίο του Πέτρου του Αθωνίτη, η προπαγάνδα για τον κοινοβιακό μοναχισμό αποδίδεται στον ίδιο τον διάβολο. Και η απόπειρα εισαγωγής στο Όρος του στουδιτικού κοινοβίου από τον άγιο Βλάσιο τον εξ Αμορίου γύρω στο έτος 900 απέτυχε.
Το πρώτο γνωστό προνόμιο των Αθωνιτών ανάγεται στο έτος 883. Παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ και αποσκοπούσε να προστατεύσει τους Αθωνίτες και το κοινόβιο του Κολοβού στην Ιερισσό από τους κρατικούς υπαλλήλους και από τους χωρικούς συμπεριλαμβανομένων και των βοσκών, στους οποίους απαγορεύτηκε να φέρουν τα ποίμνιά τους στη χερσόνησο. Ο αυτοκράτορας ενδιαφέρθηκε να προστατεύσει την ησυχία των μοναχών, που διατηρούσαν στενές σχέσεις μεταξύ τους και με αυτούς που ζούσαν έξω από το Όρος. Το 908 όμως, οι Αθωνίτες αναγκάσθηκαν να ζητήσουν την προστασία του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ επειδή οι μοναχοί του Κολοβού διεκδικούσαν και τη μοναστική χερσόνησο. Πρώτη φορά γύρω στο 941-942, ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός παραχώρησε μια ετήσια επιχορήγηση ενός χρυσού νομίσματος για κάθε αθωνίτη μοναχό, όπως αυτό γινόταν και στα άλλα μεγάλα μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο όρος του Κυμινά και στο όρος του Λάτρου. Με τον τρόπο αυτό, οι μοναχοί έμπαιναν στην αμειβόμενη υπηρεσία του κράτους και προσεύχονταν και για τον βασιλιά και για τον στρατό, κυρίως εν όψει εκστρατειών.
Στο μεταξύ το Όρος είχε αποκτήσει τους κύριους τοπικούς θεσμούς του και τους εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας του. Ο Πρώτος, κυβερνήτης και εκπρόσωπος προς τα έξω της μοναστικής πολιτείας, μαρτυρείται ήδη το 908. Διοριζόταν, ως το 1312, από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Εμφανίζονται και οι άλλοι αξιωματούχοι του Πρωτάτου στις Καρυές, όπως ο οικονόμος, ο εκκλησιάρχης (972) και ο επιτηρητής (1049). Μαρτυρούνται οι τρεις τακτικές συνάξεις (Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο) στις Καρυές, στις οποίες οι εκπρόσωποι όλων των καθιδρυμάτων, μικρών και ακόμη πιο μικρών, συσκέπτονται και αποφασίζουν για τα κοινά. Τότε εμφανίζονται και τα πρώτα κάπως σημαντικότερα μοναστηράκια, όπως η Μονή του Κλήμεντος (που αργότερα θα καταληφθεί από τους Ίβηρες μοναχούς) και η Μονή Ξηροποτάμου.
Λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη αλλαγή με τον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Τραπεζούντιος, καθηγητής στην Κωνσταντινούπολη, πήγε στο Όρος ως ερημίτης πιθανότατα το 957. Ακολούθησε τον φίλο του Νικηφόρο Φωκά στην εκστρατεία της Κρήτης το 960-961, και όταν κατελήφθη ο Χάνδακας, πήρε μέρος από τα λάφυρα για να ιδρύσει μια καινούργια Λαύρα, δηλαδή ένα μικρό κοινόβιο. Όταν όμως ο Νικηφόρος Φωκάς έγινε αυτοκράτορας, η Λαύρα έγινε βασιλική μονή για 80 περίπου μοναχούς, και προικίσθηκε με πλουσιοπάροχες ετήσιες επιχορηγήσεις σε χρήμα και σε τρόφιμα, και με κτήματα απαλλαγμένα από τη φορολογία. Η Μεγίστη Λαύρα, όπως ονομάσθηκε αμέσως, διέφερε ριζικά από όλα τα μέχρι τότε καθιδρύματα του Όρους και σε μια πρώτη φάση προκάλεσε την αντίδραση των παραδοσιακών ερημιτών. Ένα μεγάλο, πολυάνθρωπο και πλούσιο κοινόβιο, με το μεγάλο του εργοτάξιο, με το ιδιόκτητο πλοίο του, τάρασσε την ησυχία και ήταν απόλυτα αντίθετο προς την ως τότε ζωή και τις συνήθειες των αναχωρητών, επειδή, κατ' αυτούς, μεταποιούσε το Όρος εις κόσμον. Με τον άγιο Παύλο τον Ξηροποταμινό επικεφαλής τους, διαμαρτυρήθηκαν στον αυτοκράτορα χωρίς αποτέλεσμα. Όταν δολοφονήθηκε ο Φωκάς, πλησίασαν τον διάδοχο και αντίπαλό του Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος όμως ανέθεσε τη ρύθμιση της διαφοράς σε ένα σεβάσμιο Στουδίτη μοναχό, τον Ευθύμιο, που ήταν κοινοβιάτης. Ο Ευθύμιος συνέταξε και ο αυτοκράτορας υπέγραψε το 972 τον περίφημο Τράγο, το πρώτο Τυπικό του Αγίου Όρους, στο οποίο αναγνωρίζονται οι ειδικές ανάγκες της Λαύρας και νομοθετείται ένα καθεστώς συνύπαρξης του παραδοσιακού αναχωρητικού και του νέου κοινοβιακού συστήματος. Επίσης καθορίζονται οι εξουσίες του Πρώτου, ο οποίος έχει και την επίβλεψη των ποινών που επιβάλλουν οι ηγούμενοι και έχει αποφασιστική γνώμη για την αποδοχή ξένων μοναχών στο Όρος. Καθορίζονται οι εξουσίες των ηγουμένων, που είναι και πνευματικοί πατέρες των μοναχών. Η κατ' ιδίαν άσκηση επιτρέπεται μόνο σε πεπειραμένους μοναχούς και απαιτείται μια κάποια πειθαρχία κι απ' αυτούς (π.χ. τους απαγορεύεται να περιπλανώνται). Καθορίζονται και περιορίζονται οι οικονομικές και κοινονικές σχέσεις ερημιτών και μοναχών, μοναχών και κοσμικών. Απαγορεύονται οι αγγαρείες και επιβάλλεται πειθαρχία στις σχέσεις μοναχών: όποιος είναι φίλερις, αποπέμπεται. Περιορίζεται δραστικά η κατοχή βοοειδών από τις Μονές: μόνο η Μεγίστη Λαύρα, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των μοναχών, δικαιούται να έχει ένα ζευγάρι (για το ζύμωμα του Ψωμιού). Καθορίζονται τα καθήκοντα του οικονόμου του Όρους. Όπως βλέπουμε το 972, η Λαύρα ήταν το μόνο μεγάλο κοινόβιο στο Όρος. Τότε θα είχε καμιά ογδονταριά μοναχούς. Αλλά αναπτυσσόταν γρήγορα. Τον 11ο αιώνα θα φθάσει τους επτακόσιους.
Το δεύτερο σημαντικό κοινόβιο ήταν η Μονή Ιβήρων, που ιδρύθηκε κι αυτή με αυτοκρατορική δωρεά. Αρχικά, μερικοί Ίβηρες (Γεωργιανοί) αριστοκράτες μόνασαν στη Λαύρα του Αθανασίου (περί το 963). Το 978-979, ένας απ' αυτούς, ο Ιωάννης Τορνίκιος, συμπαραστάθηκε αποφασιστικά και με επιτυχία στον Βασίλειο Β΄ κατά την αντιμετώπιση της επανάστασης του Βάρδα Σκληρού, και επέστρεψε στο Όρος φορτωμένος με λεία πολέμου. Ο ευγνώμων Βασίλειος Β΄ του παραχώρησε επίσης πολλά προνόμια, κτήματα, φοροαπαλαγές, επιχορηγήσεις και του επέτρεψε να ιδρύσει τη Μονή Ιβήρων, μεγάλο κοινόβιο, κι αυτό με δικό του πλοίο. Οι διαμαρτυρίες των παραδοσιακών αγιορειτών έμειναν πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
Το τρίτο μεγάλο κοινόβιο, το Βατοπέδι, δημιουργήθηκε χάρη σε εσωτερική εξέλιξη και όχι από αυτοκρατορική δωρεά. Ένα μικρό μοναστηράκι με αυτό το όνομα αναφέρεται για πρώτη φορά το 985. Φαίνεται πως είχε ιδρυθεί πρόσφατα από τον ηγούμενό του Νικόλαο, αριστοκράτη από την Αδριανούπολη. Ένας άλλος Αδριανουπολίτης αριστοκράτης, ο ηγούμενος Αθανάσιος (1020-1048), πέτυχε τη μεγάλη αλλαγή. Στα χρόνια του το Βατοπέδι, με μερικές εκατοντάδες μοναχούς, ανέβηκε στην τρίτη θέση της αθωνικής ιεραρχίας, κι αυτό πριν να προσελκύσει την πρώτη του αυτοκρατορική δωρεά.
Στη συνέχεια, το κοινοβιακό σύστημα εξαπλώθηκε σημαντικά στο Όρος. Πολλά από τα παλιά ερημητήρια, καθώς προσέλκυαν περισσότερους μοναχούς υιοθετούσαν το πρότυπο του οργανωμένου μοναχισμού. Οι ερημίτες και οι αναχωρητές παρέμειναν βέβαια, αλλά η εξουσία τους μειωνόταν. Το νέο καθεστώς επικυρώθηκε το 1045, όταν ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος εξέδωσε το δεύτερο Τυπικό της αθωνικής μοναστικής πολιτείας, για την οποία χρησιμοποιεί πια επίσημα το όνομα  ΄΄ Άγιον Όρος΄΄, το οποίο χρησιμοποιούνταν ανεπίσημα από το 985 και το οποίο θα επικρατήσει κατά τους επόμενους αιώνες. Η επιρροή και η ακτινοβολία των αγιορειτών σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, βασισμένη και στην αξιόλογη οικονομική ισχύ των μοναστηριών, ήταν τότε τεράστια.
Το Τυπικό του Μονομάχου όμως επιδίωξε να περιορίσει, ή μάλλον να ρυθμίσει τις οικονομικές δραστηριότητες των μοναστηριών: απαγόρευσε στα πλοία να εμπορεύονται στην Κωνσταντινούπολη και τους επέτρεψε μόνο να πωλούν τα αγροτικά περισσεύματα σε μια ακτίνα που δεν ξεπερνά την Θεσσαλονίκη και την Αίνο. Επανέρχεται το θέμα των ζώων που παραμένουν στο Όρος, ιδιαίτερα στη Λαύρα. Της επιτρέπουν όμως να έχει τέσσερα ζευγάρια για το ζύμωμα του ψωμιού των 700 μοναχών, ενώ το Βατοπέδι (που ήταν προφανώς επίσης πολυάριθμο) θα έχει μόνο ένα ζευγάρι. Νέοι κανονισμοί για τη διαχείριση των κτημάτων του Πρωτάτου και για τη συμμετοχή των ηγουμένων και των συνοδών τους στις συνεδριάσεις των Καρυών. Αναγνωρίζεται ως ύψιστη δικαστική αρχή μέσα στο Όρος, οι συνάξεις των Καρυών υπό την προεδρία του Πρώτου.
Η γρήγορη και θεαματική άνοδος του κοινού των αθωνιτών μοναχών, που θα γίνει ακόμη θεαματικότερη κατά τους επόμενους αιώνες, δεν είναι απλό αποτέλεσμα αυτοκρατορικής εύνοιας – τέτοια εύνοια υπήρξε αναμφίβολα και για άλλες μοναστικές κοινότητες – αλλά οφείλεται και σε αντικειμενικούς παράγοντες. Η χερσόνησος του Άθω, συγκρινόμενη προς τα άλλα ΄΄ Άγια Όρη΄΄ της μεταβυζαντινής εποχής, παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι εξασφάλιζε για τους κατοίκους της άμεση πρόσβαση στη θάλασσα και στις επικοινωνίες με τον κόσμο ολόκληρο, με τρόπο όμως που μπορούσε να ελεγχθεί εύκολα και αποτελεσματικά από τις μοναστικές αρχές. Τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, την εποχή ακριβώς που άρχισαν να αναπτύσσονται, μπόρεσαν να επωφεληθούν από τη γενική άνθιση των θαλάσσιων επικοινωνιών, που προαναγγέλλουν την αρχή του τέλους του μεσαίωνα. Αυτό και εξηγεί τις προσπάθειες του αυτοκράτορα να περιορίσει τις εμπορικές δραστηριότητες των μοναστικών πλοίων.
Από αυτή την άποψη ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός πως το Όρος αναπτύχθηκε όταν, με την απώθηση των Αράβων από την Κρήτη και την ανακατάληψή της από τους βυζαντινούς, αποκαταστάθηκε μια σχετική ασφάλεια στις θάλασσες, κι έτσι πολλά μοναστήρια χτίσθηκαν στην παραλία. Η ασφάλεια των θαλασσών θα διαταραχθεί τον 14ο αιώνα, αλλά για σύντομο χρονικό διάστημα και με μικρές πραγματικές επιπτώσεις.
Επιπλέον το Όρος δεν αντιμετώπισε ουσιαστικά σχεδόν ποτέ απειλή από ξηράς, δεδομένου ότι περιβαλλόταν από ορθόδοξους Χριστιανούς, που έτρεφαν βαθύτατο σεβασμό για τη μοναστική κοινότητα. Αντίθετα, τα άλλα ΄΄ Άγια Όρη΄΄ της Μικράς Ασίας βρέθηκαν εκτεθειμένα, μετά το 1071, στις επιθέσεις των Τούρκων και ερημώθηκαν επανειλημμένα.
Άλλωστε, από τη φύση της, μια μοναστική χερσόνησος μεγάλων διαστάσεων παρουσίαζε σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης. Ήταν φυσιολογικά αποκομμένη από κάθε κατοικημένο χώρο και το άβατον μπορούσε να ελεγχθεί εύκολα. Μόνο ημινομάδες βοσκοί μπορούσαν να παραβιάσουν το άβατον και αυτό συνέβη σπάνια. Στο εσωτερικό της μπορούσαν να αναπτυχθούν πολλά μοναστήρια και αναρίθμητα ερημητήρια χωρίς ποτέ να πλησιάσουν κοσμικούς συνοικισμούς, σαν κι αυτούς που περιέβαλλαν και περιόριζαν άλλες μοναστικές κοινότητες.
Προστατευμένο από ξηράς και ανοικτό προς τη θάλασσα, το Άγιο Όρος γρήγορα κατοικήθηκε από μοναχούς πολλών και διαφόρων εθνοτήτων και προελεύσεων. Τον 10ο αιώνα αναφέρονται τα μοναστήρια των Ιβήρων, των Αμαλφηνών (από το Amalfi της Ιταλίας), του Χάλδου (από τον Ανατολικό Πόντο), του Παφλαγόνος, του Σικελού. Το 1016 αναφέρεται ένα μοναστηράκι του Ρώσου, το 1033 ένα άλλο του Ζελιάνου, ο ιδρυτής του οποίου ήταν αναμφίβολα Σλάβος. Τα μεγάλα όμως καθιδρύματα, που συγκέντρωναν επίσημα μη βυζαντινούς μοναχούς, θα εμφανισθούν αργότερα. Το ρωσικό μοναστήρι φαίνεται πως δημιουργήθηκε πριν από το 1142. Η Μονή Χελανδαρίου θα παραχωρηθεί στους Σέρβους το 1198 και η Μονή Ζωγράφου στους Βούλγαρους τον 13ο αιώνα, μετά τη δημιουργία του δεύτερου βουλγαρικού κράτους.
Ενώ οι Μικρασιατικές μοναστικές κοινότητες εξαφανίζονταν η μία μετά την άλλη, το Όρος αποκτούσε όλο και πιο διορθόδοξο χαρακτήρα και απεριόριστο κύρος στη χριστιανική Ανατολή. Τα κοινόβια ανθούσαν, η έγγεια περιουσία τους αυξανόταν συνεχώς και ταυτόχρονα αυξανόταν η επιρροή τους, ενώ η παράδοση των ασκητών ερημιτών εξακολούθησε να παραμένει ολοζώντανη και να προκαλεί τον αμέριστο θαυμασμό όλων των ορθοδόξων.
Με την Τέταρτη Σταυροφορία, το Άγιον Όρος κατελήφθη πρόσκαιρα από τους Λατίνους, οι οποίοι όμως γρήγορα αποχώρησαν, αφήνοντας στους μοναχούς, όπως και σε όλους τους Βυζαντινούς, πικρία και οργή. Οι σχέσεις των Αθωνιτών με την εκκλησία της Ρώμης θα είναι εις το εξής εχθρικές, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος θα προσπαθήσει, για λόγους εξωτερικής πολιτικής, να επιβάλει στην Ανατολή την Ένωση των Εκκλησιών που υπογράφηκε στη Λυών (1274). Η εικόνα των Λατίνων χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο όταν η Καταλανική κομπανία (1307-1309) εγκαταστάθηκε στην Ανατολική Μακεδονία και λεηλάτησε τα μοναστήρια και τις περιουσίες τους. Η κρίση όμως πέρασε και οι μοναστηριακές περιουσίες γνώρισαν στη συνέχεια αξιοσημείωτη αύξηση, χάρη σε δωρεές που η αδύναμη κεντρική διοίκηση και οι ευσεβείς ιδιώτες δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Αυτά συμπίπτουν με μια σημαντική δημογραφική και οικονομική άνθιση στη Μακεδονία, που χαρακτηρίζει το πρώτο μισό του 14ου αιώνα.
Στη συνέχεια τα πράγματα χάλασαν. Πρώτα ήλθαν οι πειρατικές επιδρομές των εμιράτων του Aydin και του Menteshe από τη Δυτική Μικρά Ασία που προκάλεσαν καταστροφές και μια κάποια φυγή προς τα Δυτικά των μοναχών που αναζητούσαν ασφάλεια. Κατόπιν ήλθε ο εμφύλιος πόλεμος των ετών 1341-1347, κατά τη διάρκεια του οποίου η Μακεδονία και η Θράκη ερημώθηκαν σημαντικά από τους Τούρκους, συμμάχους κυρίως του Ιωάννη Κατακουζηνού. Κατόπιν ήλθαν οι Σέρβοι με τον Στέφανο Δουσάν, που κατέλαβε τις Σέρρες το1345 και στέφθηκε αυτοκράτορας. Η κεντρική διοίκηση του Όρους πέρασε στους Σέρβους, που μοίρασαν απλόχερα την έγγεια περιουσία του Πρωτάτου, προκάλεσαν όμως την αντίδραση των Βυζαντινών και ιδιαίτερα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Με μια σύντομη διακοπή, η Σερβοκρατία στο Όρος κράτησε ως το 1371.
Η επάνοδος των Βυζαντινών στην Ανατολική Μακεδονία ήταν βραχυχρόνια, και συνδυάστηκε με μια απόπειρα του κράτους να αποσπάσει μέρος από τα εισοδήματα των μονών για να δημιουργήσει στρατό εναντίον των Τούρκων. Τα μέτρα αυτά δεν σταμάτησαν την ασυγκράτητη εξάπλωση των Οθωμανών, που πήραν τις Σέρρες το 1383 και αμέσως κατόπιν το Άγιον Όρος. Οι Αγιορείτες όμως αντιμετώπισαν την οθωμανική εξάπλωση στην Ευρώπη με προνοητικότητα και σύνεση. Διδαγμένοι από τα παθήματα των μοναστηριών της Μικράς Ασίας, που είχαν ουσιαστικά διαλυθεί τον 14ο αιώνα, και από όσα οι ίδιοι υπέφεραν από τις ναυτικές επιδρομές των τουρκικών εμιράτων, πλησίασαν τον Οθωμανό σουλτάνο πριν ο ίδιος περάσει στην Ευρώπη, και εξασφάλισαν την προστασία των μονών και των περιουσιών τους. Έτσι δεν βλάφτηκαν κατά την οθωμανική κατάκτηση.
Αντίθετα, κατόρθωσαν να μεγαλώσουν την περιουσία τους. Επειδή ήσαν ιδρύματα εξασφαλισμένα από τους Τούρκους, χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως ασφαλή θησαυροφυλάκια από πλουσίους, που εναπέθεταν εκεί τους θησαυρούς τους για φύλαξη. Δέχονταν επίσης πολλές δωρεές. Τέλος, την εποχή αυτή αναπτύχθηκε ο θεσμός των αδελφάτων: το μοναστήρι εισέπραττε από έναν κοσμικό 100 υπέρπυρα νομίσματα ή ένα κτήμα, και σε αντάλλαγμα του εγγυόταν για την υπόλοιπη ζωή του μια ετήσια επιχορήγηση εις είδος (ορισμένες ποσότητες σιταριού, λαδιού, κρασιού, τυριού και οσπρίων, οι οποίες αντιστοιχούσαν στη μερίδα ενός αδελφού της μονής), ακόμη κι αν αυτός παρέμενε κοσμικός και δεν ερχόταν ποτέ στο μοναστήρι. Εκμεταλλευόμενα την αξιοπιστία τους, τα μοναστήρια είχαν ένα επικερδή τρόπο για να διαθέτουν (υπό μορφή μιας ΄΄σύνταξης΄΄ εις είδος) το περίσσευμα της αγροτικής τους παραγωγής.
Το σύστημα των αδελφάτων δείχνει καθαρά πόσο η ιδιορρυθμία είχε κερδίσει έδαφος στο Όρος. Ακόμη και μέσα στα κοινόβια παρουσιάζεται η δυνατότητα για ορισμένους μοναχούς να έχουν περιουσία ή και να διατηρούν την περιουσία τους, καθώς επίσης και να γευματίζουν χωριστά μέσα στο διμέρισμά τους. Αυτά βέβαια βασίζονται στο υπόδειγμα διαβίωσης των ερημιτών που εξαρτιόνταν από τα μεγάλα μοναστήρια και φυσικά έπαιρναν χωριστά τα τρόφιμά τους, και ανάγονται στον προκοινοβιακό μοναχισμό, στην πανάρχαια αυτή παράδοση του Άθω. Τον 14ο και 15ο αιώνα όμως, μετά την επικράτηση του κοινοβιακού συστήματος, η ιδιορρυθμία μέσα στα κοινόβια αποτελούσε μεγάλη καινοτομία.
Με τον 14ο αιώνα, ουσιώδεις αλλαγές πραγματοποιούνται στο Άγιον Όρος. Πρώτα στον διοικητικό τομέα. Το 1312 για πρώτη φορά νομοθετείται πως ο Πρώτος του Όρους θα έπρεπε να πάρει τη ΄΄σφραγίδα΄΄ (δηλαδή την επικύρωση της εκλογής του) από τον Πατριάρχη. Με άλλα λόγια, η πνευματική εξουσία του Πατριάρχη, που και παλιότερα αναζητιόταν από τους Αθωνίτες όταν εμφανίζονταν προβλήματα, επισημοποιήθηκε. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πως τα άλλα προνόμια του Αγίου Όρους, και ιδιαίτερα η εξάρτησή του από τον ίδιο τον αυτοκράτορα καταργήθηκαν. Κάθε άλλο. Απλώς ο Πατριάρχης απέκτησε μια καινούργια εξουσία, που θα του επιτρέψει αργότερα, όταν το Όρος θα βρεθεί υπό μη βυζαντινή κατοχή, και ιδιαίτερα την εποχή της Σερβοκρατίας, να ασκήσει πιέσεις στις αρχές της μοναστικής κοινότητας.
Από την άλλη πλευρά, πολλά νέα μοναστήρια ιδρύθηκαν και η χερσόνησος απέκτησε έντονα διορθόδοξο και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Οι Μονές Παντοκράτορος, Κασταμονίτου, Γρηγορίου, Σίμωνος Πέτρας, Διονυσίου, Αγίου Παύλου, Κουτλουμουσίου ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν στο δεύτερο μισό του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα, όχι όμως με δωρεές των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, αλλά με δωρεές τοπικών αρχόντων ή ξένων ηγεμόνων. Η θέση του Αγίου Όρους στη διεθνή κοινότητα των ορθοδόξων ήταν αξιοζήλευτη. Ολοκάθαρα υποστηριζόταν πως κάθε ηγεμόνας είχε υποχρέωση να χρηματοδοτήσει μια αγιορείτικη μονή για να εξασφαλίσει ωφελήματα για την ψυχή του αλλά και ένα μοναστήρι ανοιχτό για τους κατοίκους της επικράτειάς του. Το Άγιον Όρος έχει πλέον καθαρά διορθόδοξο χαρακτήρα, που αναγνωρίζεται και στο πολιτικό επίπεδο. Επιπλέον, μερικοί τουλάχιστον από τους νέους αυτούς κατοίκους του Όρους, αντιμετωπίζουν με δυσκολία την παραδοσιακή διαβίωση, και προωθούν την αναθεώρηση των αυστηρών κανόνων του 10ου και του 11ου αιώνα. Όπως είναι φυσικό, ο αριθμός των μη ελληνοφώνων μοναχών αυξάνεται θεαματικά, ιδίως μετά την οθωμανική κατάκτηση.
Αυτή επήλθε σε δύο φάσεις. Η πρώτη τουρκοκρατία, που άρχισε το 1383, τελείωσε όταν το 1402 ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α΄ συνετρίβη στην Άγκυρα από τον Ταμερλάνο. Τον επόμενο χρόνο ο γιός και διάδοχός του Σουλεϊμάν υπέγραψε συνθήκες με τους Βυζαντινούς, στους οποίους επέστρεψε την περιοχή της Θεσσαλονίκης μαζί με το Άγιον Όρος. Η αυτοκρατορία προσπάθησε με τη σειρά της να ενισχύσει τα μοναστήρια και, διατηρώντας το οθωμανικό φορολογικό καθεστώς, τους έκανε μερικές νέες αλλά μικρές, πιά, παραχωρήσεις κτημάτων και εισοδημάτων.
Στο μεταξύ όμως είχαν παρουσιασθεί προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των Αθωνιτών. Τα παλιά τυπικά δεν εφαρόζονταν πια στα πράγματα κι αυτό δημιουργούσε αντιδικίες. Μια απόπειρα συμβιβασμού απέτυχε και έτσι ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος παρενέβη με το χρυσόβουλλο τυπικό που εξέδωσε τον Ιούνιο του 1406, το οποίο βασίζεται στην πρακτική που είχε κατά παράδοση επικρατήσει στη Λαύρα. Ασχολείται κυρίως με την εσωτερική οργάνωση των μοναστηριών, και προσπαθεί να περιορίσει τις υπερβολές στην καταπάτηση των κανόνων του κοινοβίου. Ιδιαίτερα στρέφεται εναντίον της διατήρησης προσωπικής περιουσίας από τους μοναχούς.
Το βυζαντινό καθεστώς δεν επέζησε για πολύ, καθώς η πίεση των Οθωμανών εντεινόταν. Γρήγορα το Όρος απομονώθηκε από τη Θεσσαλονίκη και, τελικά, το 1424, αντιπροσωπεία μοναχών, με τη σύμφωνη γνώμη του δεσπότη Ανδρονίκου Παλαιολόγου προσκύνησε τον σουλτάνο Μουράτ στην Ανδριανούπολη. Έτσι άρχισε η δεύτερη τουρκοκρατία του Όρους. Οι σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη παρέμειναν όμως ζωντανές, όσο αυτή παρέμενε Βυζαντινή. Όταν προετοιμαζόταν η σύνοδος της Φλωρεντίας, ο αυτοκράτορας έστειλε στο Όρος αποστολή για να δανεισθεί βιβλία που δεν βρίσκονταν πια στην Κωνσταντινούπολη και αντιπροσωπεία Αθωνιτών έλαβε τελικά μέρος στη βυζαντινή αποστολή στην Ιταλία.
Τη δύσκολη αυτή εποχή, στον Άθω, κέντρο πανορθόδοξο, δοκιμάζονται οι νέες ιδέες και οι νέες ιδεολογίες. Υπερασπιστές της Ανατολικής παράδοσης, οι Αγιορείτες γνώρισαν πολλά ρεύματα, τελικά όμως υιοθέτησαν τον Ησυχασμό, μια θεωρία που δίχαζε την Βυζαντινή κοινωνία κατά τον 14ο αιώνα. Η μυστικιστική αυτή πρακτική, που ξαναήλθε στην επιφάνεια χάρη στον μοναχό Γρηγόριο Σιναϊτη, επιζητούσε την άμεση επαφή του πιστού με το θείο δια της προσευχής και ορισμένων ασκήσεων. Η επαφή αυτή διαπιστωνόταν με την εμφάνιση θείου φωτός, παρόμοιου με εκείνο που οι μαθητές είδαν στο Όρος Θαβώρ. Ορισμένοι δέχθηκαν τον Ησυχασμό με φανατισμό, άλλοι αντέδρασαν βίαια, εξαιτίας κυρίως απλοΙκών υπερβολών, στις οποίες προέβαιναν μερικοί ζηλωτές. Ο Ησυχασμός στατολογούσε τους οπαδούς του στη Ανατολή και τους αντιπαρέτασσε σε οτιδήποτε προερχόταν από τη Δύση. Υποστηρίχθηκε κι από τους Βυζαντινούς αριστοκράτες και τελικά επικράτησε σε τρεις συνόδους (1341, 1347, 1351). Ο Γρηγόριος Παλαμάς, παλιός αγιορείτης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και υπερασπιστής του Ησυχασμού ανακηρύχθηκε άγιος, όπως και πολλοί άλλοι ηγέτες των ησυχαστών (ο Γερμανός ο Αγιορείτης, ο Σάββας, ο Μακάριος Μακρής). Στη συγκυρία αυτή, το Όρος απόκτησε μαχητικό χαρακτήρα υπέρ της ορθόδοξης πίστης και ταυτόχρονα ανυπολόγιστη ακτινοβολία.
Μολονότι τουρκοκρατούμενο, το Όρος εξακολουθούσε να αποτελεί το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της ορθοδοξίας, η οποία κι αυτή τουρκοκρατούνταν πιά στο μεγαλύτερο μέρος της.  
 
Νικόλαος Οικονομίδης, 
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, 
Δ/ντής Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών  
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ "ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ" 
Θεσσαλονίκη 1997


Όποιος μελετά σωστά τον εαυτό του δεν τον δικαιολογεί

Όποιος μελετά σωστά τον εαυτό του δεν τον δικαιολογεί


- Γέροντα, πώς γίνεται, ένώ νιώθω τήν αδυναμία μου, νά δικαιολογούμαι;
- Δέν  ένιωσες  τήν  αδυναμία  σου,  γι’  αυτό  δικαιολογείσαι.  Άν  τήν  είχες  νιώσει,  δέν  θά
δικαιολογούσες τον εαυτό σου. Αγαπούμε τον εαυτό μας δέν θέλουμε νά δυσκολευτούμε
δέν αγαπούμε  τον  κόπο.  Θέλουμε  πολλές  φορές  χωρίς  κόπο  νά  αποκτήσουμε  περιουσία.
Τουλάχιστον  νά  αναγνωρίσουμε ότι, έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τά πράγματα, δέν πάμε καλά
πνευματικά καί νά ταπεινωθούμε. Άλλα ούτε κόπος ούτε αναγνώριση υπάρχει.
- Μπορεί κάποιος νά μελέτα, νά έξετάζη τον εαυτό του καί νά τον δικαιολογή;
- Όποιος μελετά  σωστά  τον  εαυτό  του  δέν  τον  δικαιολογεί.  Καί  βλέπεις,  είναι  μερικοί
έξυπνοι,  τετραπέρατοι,  πού  κάνουν  τελικά  τις  μεγαλύτερες  ανοησίες.  Γιατί  είναι  καί  το
βόλεμα. Πώς μέ βολεύει, πώς με εξυπηρετεί εμένα.
- Γέροντα, αυτός πού δικαιολογείται δεν βλέπει τις πτώσεις του στον αγώνα;
- Ο,τι και αν κάνη, τον ξεγελά ο διάβολος και τα δικαιολογεί όλα, το θέλημα, τό πείσμα,
τον εγωισμό, το ψέμα.
- Δεν θα τον βοηθούσε να καθρεφτίζη τόν εαυτό του στα Πατερικά βιβλία, και κυρίως στην
Αγία Γραφή;
- Γιά  έναν  πού  σκέφτεται  σωστά,  πνευματικά,  λύνονται  όλα τα  προβλήματα  μέσα  άπό
την Αγία Γραφή και τα Πατερικά βιβλία. Τά βλέπει μέσα εκεί ξεκάθαρα. Έναν όμως πού δεν κάνει
εργασία πνευματική και ή ψυχή του δέν είναι εξαγνισμένη, δεν τόν βοηθάει ούτε ή Αγία Γραφή,
γιατί όλα τά ερμηνεύει ανάποδα. Καλύτερα είναι νά λέη τόν λογισμό του στον πνευματικό
του  καί  νά  μήν  έρμηνεύη  μόνος  του  αυτά  πού  διαβάζει.  Αν  διάβαση  λ.χ. Παλαιά Διαθήκη,
μπορεί νά έρμηνεύση πονηρά αυτά πού θά διάβαση και νά μολυνθή. Έχω προσέξει, μερικοί
παίρνουν  κάτι άπό  τά πνευματικά πού διαβάζουν  καί  τό ερμηνεύουν όπως τους  βολεύει.
Δέν  είναι  ότι δέν  τους  κόβει  ή  δέν  καταλαβαίνουν  αυτά  πού  διαβάζουν,  τά  ερμηνεύουν
όμως έτσι,  γιά νά  δικαιολογήσουν  τόν  εαυτό  τους.  Φοβερό  πράγμα!  Αλλά  καί  τά
πνευματικά  πού  ακούν,  εχω  καταλάβει,  σπάνια  τά  πιάνουν  σωστά.  Λέω,  ας  υποθέσουμε,
ένα περιστατικό,  γιά  νά  τονίσω  κάτι. Ένώ εγώ άλλο θέλω νά  τονίσω,  μερικοί ψάχνουν νά
βρουν κάτι άπό όλο τό περιστατικό, γιά νά πιαστούν καί νά δικαιολογήσουν ένα κουσούρι,
ένα σφάλμα τους, γιά νά αναπαύσουν δηλαδή τά πάθη τους. Δέν σκέφτονται ότι αυτός, γιά
τόν  όποιο  κάτι  ανέφερα,  δέν  πρόσεξε  καί  κατέληξε  εκεί πού κατέληξε,  άλλα  λένε: αφού
υπάρχουν άνθρωποι σέ τόσο άσχημη κατάσταση, τότε εμείς είμαστε πολύ καλά, καί έτσι
δικαιολογούν τόν εαυτό τους. Άπό δικαιολογίες ο διάβολος βρίσκει ένα σωρό.
Όποιος δικαιολογεί τον εαυτό του, ανάπαυση δέν βρίσκει. Δέν έχει παρηγοριά. Αυτόν
πού δικαιώνει τον εαυτό του, ό εαυτός του τον δικαιώνει; Ό εαυτός του, ή συνείδηση του,
δέν τον δικαιώνουν, και δέν έχει ανάπαυση. Αυτό δείχνει ότι φταίει. Πώς τα έχει κανονίσει
ό  Θεός!  Έδωσε  στον  άνθρωπο  τήν  συνείδηση,  φοβερό!  Μπορεί  να  επιτυχή  κάποιος  αυτό
πού θέλει είτε μέ βάρβαρο τρόπο είτε μέ πονηριά είτε μέ κολακεία, αλλά ανάπαυση δέν θά
βρή. Άπό αυτό μπορεί μόνος του νά διαπίστωση ότι δέν βαδίζει καλά.
Όταν κάποιος δέχεται τήν αδικία, είναι σάν νά παίρνη μιά πνευματική περιουσία και
χαίρεται. Ένώ, όταν δικαιώνη τον εαυτό του, είναι σάν νά ξοδεύη κάτι άπό τήν περιουσία
του και δέν νιώθει χαρά. Θέλω νά πω, δέν έχει τήν πνευματική ανάπαυση πού θά είχε, αν
δέν δικαίωνε τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν δέν έχη δίκαιο και δικαιώνη τον εαυτό του!
Όργή  Θεού  μαζεύει,  γιατί  τότε  είναι  ένα  αρπαγμα  σπαταλάει  μιά  περιουσία  πού  του
δίνεται. Βρίσκει ανάπαυση αυτός πού σπαταλάει;
Μέ  τήν  δικαιολογία  κανείς  τυφλώνεται.  Ακόμη  και  άνθρωπο  νά  σκοτώση,  τον
δικαιολογεί ό διάβολος. Πώς τον ύπέμεινες τόσον καιρό; του λέει. Έπρεπε νά τον είχες σκοτώσει
νωρίτερα. Και μπορεί νά θέλη νά πάρη και μισθό άπό τον Χριστό γιά τά λίγα χρόνια πού
ύπέμεινε! Κατάλαβες; Έκεί φθάνει!
- Αφού,  Γέροντα,  αυτός  πού  δικαιολογείται  ταλαιπωρείται,  γιατί  δέχεται  αυτό  το
βάσανο της συνειδήσεως;
- Είναι ή συνήθεια. Γιά νά τήν κόψη, χρειάζεται θέληση. Και πρέπει νά μάθη όχι μόνο νά μή
δικαιολογήται,  άλλα  και  νά  τοποθετήται  σωστά.  Αν  δέν  δικαιολογηθη,  αλλά  μέσα  του
πιστεύη  ότι  τον  αδίκησαν,  τότε  είναι  χειρότερα.  Γιατί,  αν  δικαιολογηθη,  θά  του  πή  καί  ό
άλλος  κάτι  και  θά  μπόρεση  έτσι  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  και  νά  βγή  από  την  πλάνη.
Αλλιώς, μπορεί νά μη μιλάη, αλλά μέσα του νά λέη: έχω δίκιο, όμως δεν μιλάω, γιατί έχω
ανωτερότητα, και νά παραμένη στην πλάνη.

Αν δέν έξηγής, θά σέ δικαίωση ό Θεός

Αν δέν έξηγής, θά σέ δικαίωση ό Θεός


- Γέροντα, πολλές  φορές,  όταν  μου κάνουν  μιά παρατήρηση, νομίζω πώς πρέπει  νά
δώσω εξηγήσεις, και λέω: Ναί, έτσι είναι, αλλά….
- Τί  τό  θέλεις  αυτό  το  άλλα;  Το  άλλα  δεν  έχει…  αλάτι  και όλα τα  αλλοιώνει  με  την  κακή
έννοια. Νά λές: Εύλόγησον, με τήν ευχή σου άλλη φορά θά προσέχω.
- Γέροντα, όταν κάποιος βγάλη ένα  λανθασμένο συμπέρασμα γιά  μιά  ενέργεια  μου,
χρειάζεται νά εξηγήσω πώς κινήθηκα;
- Άν εχης πνευματική δύναμη, δηλαδή ταπείνωση, νά δεχτής ότι έφταιξες και νά μή μιλήσης. Αφησε
νά σέ δικαίωση ό Θεός. Άν δεν μιλήσης εσύ, θά μιλήση μετά ό Θεός. Βλέπεις, ό Ιωσήφ, όταν τά
αδέλφια του  τον πούλησαν, δεν  είπε:  Είμαι αδελφός τους- δεν  είμαι  δούλος  ό πατέρας
μου μ’ αγαπούσε πιο πολύ άπό όλα τά παιδιά του. Δεν μίλησε, και μετά μίλησε ό Θεός καί τον έκανε
βασιλιά. Τί νομίζεις, δεν πληροφορεί ό Θεός; Και άν ό Θεός γιά τό συμφέρον σου δείξη τήν αλήθεια,
καλά. Άν όμως δεν τήν δείξη, πάλι γιά τό συμφέρον σου θά είναι όταν σέ άδικη κάποιος, νά σκέφτε-
σαι ότι δεν σέ αδικεί άπό κακία, άλλα επειδή έτσι είδε τά πράγματα. Ύστερα, άν δεν έχη κακία,
ό Θεός θά τον πληροφόρηση, θά καταλάβη ότι αδίκησε καί θά μετανοήση. Μόνον όταν ύπάρχη κακία,
δεν πληροφορεί ό Θεός, γιατί ή συχνότητα στην οποία εργάζεται ό Θεός είναι ταπείνωση-άγάπη.
- Κάνει, Γέροντα, νά ζητάω εξηγήσεις μετά άπό μιά παρεξήγηση;
- Χάλασε ό λογισμός σου;
- Όχι.
- Άν  δεν χάλασε ό  λογισμός  σου,  δεν  χρειάζεται  νά σου έξηγήση ό  άλλος.  Άν χάλασε ό
λογισμός σου, καλό είναι νά σου δοθή μιά εξήγηση, γιά νά μή χαλάση περισσότερο.
- Γέροντα, άν δεν έξηγης, γιά νά δικαιολόγησης τον εαυτό σου, άλλα λές πώς αντιμετώπισες
ένα περιστατικό, πώς κινήθηκες κ.λπ.;
- Δεν χρειάζεται. Καλύτερα νά λες εύλόγησον, και νά μην έξηγής. Έκτος άν σου ζητήσουν
νά δώσης εξηγήσεις, τότε ταπεινά νά πής πώς έγινε.
- Δηλαδή, Γέροντα, πότε πρέπει νά έξηγή κανείς;
- Όταν πρόκειται  γιά  παρεξήγηση  πού  άφορα  άλλους,  τότε  επιβάλλεται  νά  εξήγηση
κανείς, γιά νά βοηθήση μιά κατάσταση. Ή όταν είναι κανείς ευαίσθητος, εχη και λίγο εγωισμό
και μπορή νά καμφθή, άν δεν μιλήση, τότε καλύτερα είναι νά εξήγηση πώς κινήθηκε.
- Μερικές  φορές,  Γέροντα,  δεν  μπορούμε  νά  ξεχωρίσουμε  την  δικαιολογία  από  τήν
εξήγηση.
- Ή δικαιολογία δεν φέρνει ανάπαυση στην ψυχή, ένώ ή εξήγηση φέρνει ανάπαυση και
ειρήνη.

Όποιος δικαιολογείται δέν μπορεί νά βοηθηθή πνευματικά

Όποιος δικαιολογείται δέν μπορεί νά βοηθηθή πνευματικά


Έχω  παρατηρήσει  ότι  σήμερα  μικροί-μεγάλοι  όλα  τά  δικαιολογούν  μέ  έναν  λογισμό
σατανικό. Όλα ό διάβολος  τους  τά  ερμηνεύει  μέ  τόν  δικό  του  τρόπο,  καί  έτσι  βρίσκονται
έξω άπό τήν πραγματικότητα. Ή δικαιολογία είναι σατανική ερμηνεία.
- Καί πώς γίνεται, Γέροντα, μερικοί σέ κάθε λόγο νά βρίσκουν αντίλογο;
- Ώ, είναι φοβερό νά συζητάς μέ έναν άνθρωπο πού συνήθισε νά δικαιολογήται! Είναι σάν
νά μιλάς μέ έναν δαιμονισμένο! Όσοι δικαιολογούνται – ό Θεός νά μέ συγχώρεση – έχουν γέροντα
τόν διάβολο. Είναι βασανισμένοι άνθρωποι. Δέν έχουν μέσα τους ειρήνη. Τό έχουν κάνει επιστήμη
αυτό. Δηλαδή, όπως ένας κλέφτης δέν κοιμάται όλη νύχτα καί σκέφτεται πώς θά τά καταφέρη γιά νά
κλέψη,  έτσι  καί  αυτοί  συνέχεια  σκέφτονται  πώς  νά  δικαιολογήσουν  τό  ένα  ή  τό  άλλο  σφάλμα
τους.  Ή,  όπως  κάποιος  σκέφτεται  πώς νά βρή ευκαιρία νά κάνη ένα καλό ή πώς νά ταπεινωθη,
αυτοί αντίθετα σκέφτονται πώς νά δικαιολογήσουν τά αδικαιολόγητα.  Δικηγόροι  γίνονται!  Δέν
μπορείς νά τά βγάλης πέρα μαζί τους. Είναι σαν να μιλάς με τον ίδιο τον διάβολο. Τί εχω πάθει με
κάποιον! Ένω του λέω: εκείνο πού κάνεις είναι στραβό, το άλλο πρέπει νά το προσέξης, δεν πάς
καλά, πρέπει νά κάνης αυτό κι αυτό…, κι εκείνος γιά το καθετί βρίσκει δικαιολογίες, στο τέλος μου
λέει:  Δεν  μου  είπες  τί  νά  κάνω!  Βρε  χρυσέ  μου  άνθρωπε,  τόσες  ώρες  τί  λέμε;  Λέμε  τά
σφάλματα σου, ότι δεν πάς καλά, κι εσύ συνέχεια δικαιολογείσαι. Τρεις ώρες τώρα με έσκασες, με
έλειωσες! Πώς δεν σου είπα;. Νά του λες παραδείγματα, γιά νά του δώσης νά καταλάβη ότι είναι
σατανικός εγωισμός έτσι όπως αντιμετωπίζει τά πράγματα, ότι δέχεται δαιμονικές επιδράσεις καί,
άν δέν άλλάξη, χάθηκε, και τελικά νά λέη: Δέν μου είπες τί νά κάνω! Αλήθεια, είναι νά μη σκάσης;
Άν  είναι  αδιάφορος  κανείς,  τά  προσπερνάει  όλα  με  το  δέν  βαριέσαι.  ‘Αλλά,  άν  δέν  είναι
αδιάφορος, σκάζει. Έγώ τους μακαρίζω τους αδιάφορους.
- Δέν θά θέλατε όμως, Γέροντα, σέ καμμιά περίπτωση νά είστε αδιάφορος.
- Βρε  παιδί,  τουλάχιστον  ό  αδιάφορος  δέν  σκάει  έτσι  άσκοπα.  Νά  ύποφέρης γιά  έναν
πονεμένο,  εκείνο  έχει  νόημα.  ‘Αλλά  νά  λειώνης  με  αυτόν,  νά  του  λές  τόσα  και  τόσα,  καί
τελικά νά σου λέη: δέν  μου είπες τί νά κάνω καί νά δικαιολογή τά αδικαιολόγητα!  Έτσι
άπό άνθρωπος  καταλήγει  δαίμονας! Φοβερό! Άν σκεφτόταν μόνον  τον κόπο πού κάνεις  -
άσε  τον  πόνο  -,  γιά  νά  τον  βοηθήσης,  λίγο  θά  άλλαζε.  Αφού  σέ  βλέπει  ότι  υποφέρεις,
κοπιάζεις, ταλαιπωρείσαι, δέν το λαμβάνει ύπ’ όψιν!
- Γέροντα, όταν δικαιολογήται κάποιος γιά μιά αταξία πού έκανε καί του λές: αυτό
είναι δικαιολογία, καί συνεχίζη νά δικαιολογήται, γιά νά άποδείξη ότι αυτό δέν είναι
δικαιολογία, είναι δυνατόν νά διορθωθή;
- Πώς νά διορθωθή; Καταλαβαίνει ότι είναι λάθος, γιατί βασανίζεται, άλλα άπό εγωισμό
δέν θέλει νά το παραδεχθή. Είναι πολύ φοβερό!
- Ναί, άλλα λέει: Δέν με βοηθάς θέλω να με βοηθήσης δέν με φωνάζεις νά συζητήσουμε,
μέ περιφρονείς.
- Έ, πάλι από τον εγωισμό ξεκινάει αυτό. Είναι δηλαδή σαν νά λέη: Έγώ δέν φταίω, εσύ
φταις  πού  δέν  πηγαίνω  καλά!  Εκεί καταλήγει.  Άφησε  τον  δέν  χρειάζεται  νά  άσχοληθή
κανείς μ’ αυτόν, γιατί δέν βοηθιέται. Ούτε φέρει ευθύνη ό Πνευματικός ή ό Γέροντας ή ή
Γερόντισσα  γιά  μιά  τέτοια  ψυχή.  Είναι  σατανικός  εγωισμός  αυτός  δέν  είναι  ανθρώπινος.
Ανθρώπινο εγωισμό έχει εκείνος πού δέν θά ταπεινωθή νά πή εύλόγησον, άλλα τουλάχιστον
δέν  θά  μιλήση,  γιά  νά  δικαιολογηθή.  Όποιος  δικαιολογεί  τόν  εαυτό  του,  όταν  σφάλλη,
μεταβάλλει τήν καρδιά του σέ δαιμονικό καταφύγιο. Άν δέν σύντριψη το έγώ του, θά συνεχίζη νά
σφάλλη περισσότερο και θά συντρίβεται ανώφελα από τόν εγωισμό του. Και όταν δέν ξέρη κανείς
πόσο κακό είναι ή δικαιολογία, έχει ελαφρυντικά. Άλλα, όταν ξέρη ή του το λένε οι άλλοι,
τότε δέν έχει ελαφρυντικά.
Θέλει πολλή προσοχή, όταν πάς νά βοηθήσης κάποιον πού έχει μάθει νά δικαιολογήται, γιατί
μερικές φορές γίνεται το έξης: Αφού δικαιολογείται, σημαίνει ότι έχει πολύ εγωισμό, οπότε, όταν
του πής ότι αυτό πού έκανε δέν είναι σωστό, θά πή και άλλα ψέματα και άλλες δικαιολογίες, ώσπου νά
σου απόδειξη κι εκείνο και τό άλλο, γιά νά μη θιχτή. Έτσι όμως γίνεσαι αιτία εσύ, πού πήγες νά του
απόδειξης ότι σφάλλει, νά γίνη πιο εγωιστής, πιο ψεύτης. Άπό τήν στιγμή πού θά δής ότι συνεχίζει
τις δικαιολογίες, δέν χρειάζεται νά τοϋ απόδειξης τίποτε. Κάνε προσευχή νά τόν φωτίση ό Θεός.