Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Ἀρχικὴ προέλευση κειμένων: http://www.byzantine-musics.com/




ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ


Ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα τῆς μουσικῆς, ποὺ ἀπασχόλησε τοὺς πρώτους θεωρητικούς της, ἦταν τὰ μουσικὰ διαστήματα. Ξεκινώντας ἀπὸ ἁπλές, γιὰ τὰ σημερινὰ δεδομένα, προτάσεις, κάνοντας «ὑπολογισμοὺς» μὲ τὶς τότε γνωστὲς μαθηματικὲς θεωρίες, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μᾶς παρέδωσαν ἕναν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ γύρω ἀπὸ τὸ θέμα «Μουσικὸ διάστημα».

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἀρχαίους θεωρητικοὺς τῆς μουσικῆς:

«Διάστημα ἐστὶ τὸ ὑπὸ δυὸ φθόγγων ὁρισμένων, μὴ τὴν αὐτὴν τάσιν ἐχόντων». (Ἀριστόξενος). Ἡ λέξη τάση παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα τείνω, ποὺ σημαίνει τεντώνω. Σημαίνει λοιπὸν τὸ τέντωμα μιᾶς χορδῆς κι, ἑπομένως, τὸ μουσικὸ ὕψος ἑνὸς φθόγγου. Ὁ Κλεονίδης ἀναφέρει σχετικά: «καλοῦνται δὲ αἱ τάσεις καὶ φθόγγοι. Τάσεις μὲν παρὰ τὸ τετάσθαι, φθόγγοι ἐπεὶ ὑπὸ φωνῆς ἐνεργοῦνται».

«Διάστημα ἐστὶ τὸ ὑπὸ δυὸ φθόγγων περιεχομένων» (Γαυδέντιος ὁ Φιλόσοφος)

«Διάστημα δέ (ἐστι) τὸ περιεχόμενον ὑπὸ δυὸ φθόγγων ἀνομοίων ὀξύτητι καὶ βαρύτητι». (Κλεονίδης. Τὸν ἴδιο ὁρισμὸ δίνει καὶ ὁ Βακχεῖος).

Τὸ πιὸ γνωστὸ μουσικὸ ὄργανο ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῶν μουσικῶν διαστημάτων ἦταν τὸ μονόχορδο. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ὄνομά του, ἦταν ἕνα ὄργανο μὲ μία χορδὴ ποὺ ἀπὸ ἀρκετοὺς μελετητὲς τοποθετεῖται στὴν οἰκογένεια τοῦ λαούτου δηλαδὴ μὲ βραχίονα, χέρι (Th. Reinach La mus. gr. 127). Τὸ μονόχορδο χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν καθορισμὸ τῶν μαθηματικῶν σχέσεων τῶν μουσικῶν ἤχων. Ὀνομάζονταν καὶ «Πυθαγόρειος κανών» διότι ἀπέδιδαν τὴν ἐφεύρεσή του στὸν Πυθαγόρα. Πολλοὶ μεγάλοι μαθηματικοὶ ἐργάσθηκαν γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ τῶν μουσικῶν διαστημάτων πάνω στὸν κανόνα, ὅπως ὁ Ἀρχύτας (ἐργάσθηκε στὶς ἀναλογίες τῶν διαστημάτων τοῦ τετραχόρδου στὰ τρία γένη, διατονικό, χρωματικὸ καὶ ἐναρμόνιο. Ἀνακάλυψε τὸ λόγο τῆς μεγάλης τρίτης στὸ ἐναρμόνιο γένος), ὁ Ἐρατοσθένης ὁ Δίδυμος [σ᾿ αὐτὸν ἀποδίδεται ὁ καθορισμὸς τοῦ «κόμματος τοῦ Διδύμου», ποὺ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μείζονος τόνου (9/8) καὶ τοῦ ἐλάσσονος (10/9) δηλαδὴ 81/80].

Πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ καθορισμοῦ τῶν τονιαίων διαστημάτων τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἐργάσθηκε πρῶτος ὁ θεωρητικὸς Χρύσανθος. Τ᾿ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας του περιέχονται στὸ Μέγα Θεωρητικόν.

Σύμφωνα μὲ τὸν Χρύσανθο, ἡ σειρὰ τῶν ὀκτὼ φθόγγων τῆς διατονικῆς κλίμακας εἶναι ἡ παρακάτω: ΠΑ - ΒΟΥ - ΓΑ - ΔΙ - ΚΕ - ΖΩ - ΝΗ - ΠΑ,

Αὐτὰ τὰ διαστήματα τὰ ὀνομάζουμε ὅλα τόνους. Κατὰ δὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τὰ μὲν πέντε ὀνομάζονται τόνοι, τὰ δὲ δυὸ ΖΩ - ΝΗ καὶ ΒΟΥ - ΓΑ ὀνομάζονται λείμματα. Κατὰ δὲ τοὺς εὐρωπαίους ΚΕ - ΖΩ, ΒΟΥ - ΓΑ ὀνομάζονται ἡμίτονα τὰ δὲ λοιπὰ πέντε τόνοι. Και ὁ συγγραφέας τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ συνεχίζει ἀναφέροντας ὅτι ὁ μείζων τόνος ἔχει λόγο πρὸς μὲν τὸν ἐλάσσονα τόνο 12 πρὸς 9. Πρὸς δὲ τὸν ἐλάχιστον 12 πρὸς 7. Ἄρα καὶ ὁ ἐλάσσων τόνος ἔχει πρὸς μὲν τὸν μείζονα τόνο, τὰ 9 πρὸς τὰ 12. Πρὸς δὲ τὸν ἐλάχιστον 9 πρὸς 7. Ἑπομένως καὶ ὁ ἐλάχιστος τόνος ἔχει λόγο πρὸς μὲν τὸν μείζονα τόνο 7 πρὸς 12, πρὸς δὲ τὸν ἐλάσσονα 7 πρὸς τὰ 9. Ὥστε ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι τὸ διάστημα τοῦ μείζονος τόνου εἶναι ἴσο μὲ 12 γραμμές, βρίσκεται ὅτι τὸ διάστημα τοῦ μὲν ἐλάσσονος τόνου ἰσοῦται μὲ 9 γραμμές, τοῦ δὲ ἐλάχιστου τόνου ἰσοῦται μὲ 7 γραμμές. Διαφωνίες σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐργάσθηκε ὁ Χρύσανθος γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ τῶν μουσικῶν διαστημάτων στὴν πανδουρίδα ἐξέφρασαν τὰ μέλη τῆς Μουσικῆς Πατριαρχικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐν λόγῳ ἐπιτροπὴ συστάθηκε τὸ 1881 καὶ τὴν ἀποτελοῦσαν: ὁ Ἀρχ. Γερμανὸς Ἀφθονίδης, ὁ Πρωτοψάλτης Γεώργιος Βιολάκης, ὁ Εὐστράτιος Παπαδόπουλος, ὁ Ἰωάσαφ μοναχός, ὁ Παναγιώτης Κηλτζανίδης, ὁ Ἀνδρέας Σπαθάρης καὶ ὁ Γεώργιος Πρωγάκης. Ἡ ἐπιτροπὴ βελτίωσε οὐσιαστικὰ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ θεωρητικοῦ ἔργου τοῦ Χρύσανθου.Ἡ Μουσικὴ Ἐπιτροπὴ ἐργάσθηκε στὸ Φανάρι ὡς ἑξῆς: σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ παρέχει τὸ Μέγα Θεωρητικό, ὅρισε τοὺς δεσμοὺς σὲ χορδὴ πρὸς παραγωγὴ τοῦ τετραχόρδου ΔΙ - ΝΗ, λαμβάνοντας

  • γιὰ τὸν ΔΙ τὸ μῆκος τῆς χορδῆς 1
  • γιὰ τὸν ΚΕ τὸ μῆκος τῆς χορδῆς τὰ 8/9
  • γιὰ τὸν ΖΩ τὸ μῆκος τῆς χορδῆς τὰ 22/27
  • γιὰ τὸν ΝΗ τὸ μῆκος τῆς χορδῆς τὰ 3/4

Στις θέσεις αὐτὲς καὶ στὸ μάνικο ἐγχόρδου ὀργάνου τοποθετήθηκαν κινούμενα τάστα. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅμως ὑπῆρχαν προβλήματα: «ἐντεῦθεν φαίνεται ὅτι βασιλεύει σύγχισις περὶ τὴν βάσιν αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς συγχύσεως ταύτης ἀμφότεροι αἱ ἀναλογίαι αὕται οὐδὲν σημαίνουσιν ἀκουστικῶς. Οἱ δὲ ἀριθμοὶ 12, 8, 7 ἢ 88, 66, 63 δύνανται τὸ πολὺ νὰ ἔχωσιν εἰκονικὴν σημασίαν .... Ἐν τῇ παραδόσει λοιπὸν μόνη νομίζει ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἔγκειται ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ». Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ σκοπὸ κλίθηκαν οἱ δάσκαλοι τῆς ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἀκούγοντας τὰ διαστήματα τὰ προτεινόμενα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπή, «ἐξέφραζον τὴν ἑαυτῶν γνώμην. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ ἀπόδοσις ἐμαρτυρεῖτο πιστὴ καὶ γνησία, συνεκρίνοντο οἱ φθόγγοι τοῦ ὑπ᾿ ὄψιν ὀργάνου (τοῦ ψαλτηρίου) δι᾿ ὁμοφωνίας πρὸς τοὺς φθόγγους τοῦ μονοχόρδου καὶ ἐσημειοῦντο τὰ ἀντίστοιχα μήκη τῆς αὐτῆς χορδῆς ἐπὶ τὰς ὑπὸ τὴν βάσανον διαιρέσεις. Εἰ δὲ μή, ἀπερρίπτοντο αὑταὶ ὡς ἐσφαλμένοι καὶ νόθοι». Ἀπὸ τὶς παραπάνω θέσεις καθιερώθηκαν τὰ μήκη χορδῶν:

Νη Πα Βου Γα Δι Κε Ζω Νη´ Πα´ Βου´ Γα´ Δι´ Κε´ Ζω´ Νη´´
1 8/9 81/100 3/4 2/3 16/27 27/50 1/2 4/9 81/200 3/8 1/3 8/27 27/100 1/4

Από τὴ φυσικὴ γνωρίζουμε ὅτι ἡ συχνότητα ἑνὸς ἤχου εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη τοῦ μήκους χορδῆς. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο προκύπτουν οἱ παρακάτω σχέσεις συχνοτήτων μὲ ἀναφορὰ τὸ φθόγγο ΝΗ1

Νη Πα Βου Γα Δι Κε Ζω Νη´ Πα´ Βου´ Γα´ Δι´ Κε´ Ζω´ Νη´´
1 9/8 100/81 4/3 3/2 27/16 50/27 2 9/4 200/81 8/3 3/1 27/8 100/27 4

Στη σημερινὴ πραγματικότητα, τόσο ἡ μουσικὴ θεωρία, ὅσο καὶ ἡ μουσικὴ πράξη, ἑρμηνεύονται μὲ φυσικοὺς νόμους, ποὺ μὲ τὴ σειρά τους διατυπώνονται μὲ μαθηματικὲς σχέσεις.

Στὴν ἀκουστικὴ (στὸν ἰδιαίτερο κλάδο τῆς φυσικῆς ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὸν ἦχο καὶ τὶς ἰδιότητές του) ἕνα μουσικὸ διάστημα ἐκφράζεται σὰν ὁ λόγος δυὸ συχνοτήτων. Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ὁ λόγος εἶναι ἁπλῆς μορφῆς ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ γνωστοί μας λόγοι τῆς καθαρῆς πέμπτης (3/2), τῆς καθαρῆς τετάρτης (4/3), τῆς ὀκτάβας (2/1) κ.λ.π. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ἐλλείψει μεγίστου κοινοῦ διαιρέτη, οἱ ὅροι τοῦ λόγου εἶναι μεγάλοι ἀριθμοὶ ὅπως στὸ διάσχισμα (2048/2025). Προκύπτει λοιπὸν τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη, ἡ σύγκριση δυὸ μουσικῶν διαστημάτων.

Ἡ ἁπλούστευση στὴν παράσταση τῶν μουσικῶν διαστημάτων ἐπῆλθε μὲ τὴ βοήθεια τῆς λογαριθμικῆς σχέσης

μέγεθος μουσικοῦ διαστήματος = k * log(f2/f1)/log2

στὴν παραπάνω σχέση, ὅπου f1, f2 οἱ συχνότητες τῶν φθόγγων τοῦ μουσικοῦ διαστήματος καὶ f2>f1. Τὸ k εἶναι μία σταθερὰ ἡ τιμὴ τῆς ὁποίας καθορίζει καὶ ἕνα σύστημα μονάδων μουσικῶν διαστημάτων.

Συγκερασμοὶ γιὰ τὰ μουσικὰ διαστήματα


Ἀνάλογα μὲ τὶς τιμὲς τῆς σταθερᾶς k (οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν διαίρεση τῆς ὀκτάβας σὲ τόσα τμήματα ὅσο ἡ ἀντίστοιχη τιμή), ἔχουμε κι ἕνα σύστημα μονάδων μουσικῶν διαστημάτων. Οἱ πιὸ γνωστὲς καὶ χαρακτηριστικὲς τιμὲς τῆς σταθερᾶς k, ἀναφέρονται στὴ συνέχεια.

ΤΙΜΗ ΣΤΑΘΕΡΑΣ
k
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΟΝΑΔΑΣ
ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
12 Συγκερασμένο Εὐρωπαϊκὸ ἡμιτόνιο
53 κόμμα τοῦ Μερκάτορα
68 Ἀραβικὴ μονάδα, βυζαντινὸ ἠχομόριο
72 Βυζαντινὸ ἠχομόριο
301 Savart
665 Delfi unit
1200 Cent



ΙΣΤΟΡΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Μὲ τὸν ὅρο Ἑλληνικὴ Βυζαντινὴ μουσικὴ ἐννοεῖται ἡ μουσικὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχει μὲν τὶς βάσεις της στὴ μουσικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, διαμορφώθηκε ὅμως κυρίως στὸ Βυζάντιο καὶ ἀποτέλεσε εἰδικὸ μελωδικὸ σύστημα τεχνοτροπίας. Ὁ ὅρος «Βυζαντινὴ μουσική» παράγεται ἀπὸ τὸν ὅρο «Βυζάντιο», ὅπως ἐπεκράτησε βέβαια νὰ ὀνομάζεται πολὺ μεταγενέστερα ἀπὸ τὴν κατάλυσή του τὸ μεσαιωνικό μας κράτος, δηλαδὴ ἡ Ρωμανία, ποὺ εἶχε πρωτεύουσα τὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν μουσικὴ αὐτὴ μὲ τοὺς 8 ἤχους, τὴ δική της κλίμακα, παρασημαντικὴ καὶ τὶς ἰδιομορφίες της, ἡ ὁποία συνδέθηκε ἀναπόσπαστα μὲ τὴ λατρεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἕξι περιόδους.

1η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τὸ Μέγα Κωνσταντῖνο


Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Μουσικὴ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες συμπεραίνεται ὅτι ἦταν ἁπλὴ καὶ ἀπέριττη. Ἀπὸ μελωδικὴ ἄποψη ψάλλονταν ἀποσπάσματα ἀπὸ τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Δαυὶδ καὶ ὕμνοι, ποὺ συνέθεταν οἱ πατέρες τὶς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας, ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας καὶ ὁ ἱερὸς Ἀνατόλιος. Ἀπὸ τοὺς ὕμνους αὐτούς, λίγοι διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Οἱ πατέρες δὲν ἀναφέρουν κανένα εἶδος ἐκκλησιαστικοῦ μουσικοῦ βιβλίου γιὰ αὐτὴ τὴν περίοδο. Ἐπίσης γνωρίζουμε ὅτι ἡ μετάδοση τῶν ὕμνων κατὰ τὴν διάρκεια τῶν τριῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων πρέπει νὰ ἦταν κυρίως προφορική. Ἡ μουσικὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τόσο τὴν περίοδο αὐτὴ ὅσο καὶ στὶς ἄλλες περιόδους ἦταν πάντοτε φωνητική, καθὼς ἀπαγορευόταν ἡ χρήση ὀργανικῆς μουσικῆς. Ἔτσι ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε στὴν Ἐκκλησία πολυφωνικὸ σύστημα ψαλμωδίας.

2η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τὸ Μέγα Κωνσταντῖνο Ἔως τὸν 12ο αἰῶνα


Ἀπὸ τὸ Μέγα Κωνσταντῖνο μέχρι τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων ὑμνογράφων τοῦ 7ου-8ου αἰ. ποὺ τελειώνει γύρω στὸν 12ο αἰ. μὲ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἔργου γιὰ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀναγνώριση τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸ Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ἡ θρησκευτικὴ μουσικὴ ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται συστηματικά. Ἔτσι, ἀποτέλεσε σπουδαῖο λατρευτικὸ στοιχεῖο. Οἱ ψαλμοὶ καὶ οἱ ὕμνοι ἀρχίζουν νὰ ψάλλονται ἀντιφωνικά, ἐνῶ χρησιμοποιεῖται καὶ ὁ «καθ᾿ ὑπακοήν» τρόπος ψαλμωδίας, ποὺ ὁ ἕνας «κατάρχει» τοῦ μέλους, δηλαδὴ ψάλλει μόνος του καὶ οἱ λοιποὶ ὑπηχοῦν. Ἡ μουσική, αὐτὴ τὴν περίοδο, ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα. Ἐπίσης σὲ αὐτὴ τὴν περίοδο, δροῦν πολλοὶ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους ἀντιμετώπιζαν μὲ ἀποτελεσματικὸ τρόπο οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοὶ ἦταν: Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος, ὁ Ἐφραὶμ ὁ Σύρος καὶ οἱ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου του Ἰσαὰκ ὁ Μέγας καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Μεσοποταμίας Ἰάκωβος. Ἐπίσης σημαντικοὶ ὑμνογράφοι αὐτῆς τῆς περιόδου, ἦταν ὁ ὅσιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Κύριλλος, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος, ὁ Γρηγόριος ὁ Διάλογος Πάπας Ρώμης, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἐπίσκοπος Κρήτης, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Κοσμᾶς ὁ μελωδός, ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός, ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος, ὁ Γεώργιος Πισίδης, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸς ὁ Ὁμολογητής, ὁ Λέων Βύζας ἢ Βυζάντιος, ὁ Ἀνδρέας Πυρρὸς ἢ Πυρσός, ὁ Λέων ὁ Σοφὸς καὶ ἡ Κασσία μοναχὴ ἢ Κασσιανή.

3η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τὸν 12ο αἰῶνα μέχρι τὴν Ἅλωση


Γύρω στὸν 12ο αἰ. ὁλοκληρώνεται ἡ ὑμνογραφία. Ἔχουν συντεθεῖ ὕμνοι γιὰ ὅλες σχεδὸν τὶς γιορτὲς καὶ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Οἱ ὑμνογράφοι συνθέτουν τοὺς ὕμνους καὶ τοὺς τονίζουν οἱ ἴδιοι μουσικά. Στὴν 2η περίοδο ἔχουμε τὸν ποιητὴ - συνθέτη, ἐνῶ στὴν 3η περίοδο ὁ ποιητὴς - συνθέτης, γίνεται συνθέτης - ψάλτης. Ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων μαϊστρῶν, περίοδος μεγάλης ἀκμῆς τῆς μουσικῆς, ποὺ θὰ κρατήσει ὡς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰ. Οἱ μάστορες συνθέτουν πάνω στὰ ἤδη ὑπάρχοντα κείμενα, γράφουν καὶ δικά τους ποιήματα, ἢ καλλωπίζουν παλαιότερες συνθέσεις. Ὀνομαστότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶναι οἱ: Ἰωάννης Κουκουζέλης, Μιχαὴλ ὁ Ψελλός, Ξένος ὁ Κορώνης, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Εὐστάθιος, Θεόκτιστος μοναχός, Ἰωάννης Βατάτζης, Θεόδωρος Λάσκαρης, Γιωβάσκος ὁ Βλάχος, Γρηγόριος Πρωτοψάλτης καὶ Χουρμούζιος ὁ Χαρτοφύλακας, Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἰωάννης ὁ Κλαδᾶς, Μανουὴλ Βρυέννιος, Συνέσιος Ἁγιορείτης καὶ Θεόδωρος Ἀγαλλιανός.

4η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τὴν ἅλωση μέχρι τὸν Πέτρο τὸν Πελοποννήσιο


Μετὰ ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως, ἡ Βυζαντινὴ Μουσική, ποὺ γιὰ δεκαπέντε αἰῶνες ἀναπτυσσόταν καὶ ἀποτελοῦσε ἀναπόσπαστο στοιχεῖο στὴ ζωὴ τοῦ Βυζαντίου, ἐξακολούθησε νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ μὲ πιὸ ἔντονο τρόπο. Αὐτὴ τὴν περίοδο, παρατηρεῖται μεγάλη προσπάθεια γιὰ τὴν ἀναλυτικότερη γραφὴ τῆς μουσικῆς, καθὼς τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς μουσικῆς στενογραφίας δημιουργοῦσε πολλὰ προβλήματα στὴ μάθηση τῆς μουσικῆς. Σπουδαιότερη ἀπὸ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ἦταν τοῦ Μπαλασίου ἱερέως. Μετὰ τὸν Μπαλάσιο ἔγιναν καὶ ἄλλες προσπάθειες ἀναλύσεως τῆς γραφῆς ἀπὸ σπουδαίους μουσικοὺς τῆς περιόδου. Κορυφαῖος μουσικὸς τῆς 4ης περιόδου τῆς ἱστορίας τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς ἦταν ὁ Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος.

5η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τὸν Πέτρο Πελοποννήσιο μέχρι τοὺς τρεῖς διδασκάλους


Αὐτὴ τὴν περίοδο καθιερώνεται τὸ νέο μουσικὸ σύστημα γραφῆς ἀπὸ τοὺς τρεῖς δασκάλους τῆς μουσικῆς Χρύσανθο, Γρηγόριο Λευίτη καὶ Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα. Αὐτοὶ δούλεψαν σοβαρὰ καὶ ἀνέλαβαν τὴν εὐθύνη νὰ ἁπλοποιήσουν τὸ μουσικὸ σύστημα γραφῆς τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, πράγμα ποὺ ἔγινε ἀποδεκτὸ ἀπὸ τοὺς τότε ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ τρεῖς δάσκαλοι ἀνέλαβαν ἀργότερα τὴν προβολὴ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ νέου συστήματος, μέσα ἀπὸ τὴ Σχολὴ ποὺ ἵδρυσε τὸ Πατριαρχεῖο. Τέλος, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι πρὶν καὶ μετὰ τὴν καθιέρωση τοῦ νέου συστήματος, ἐμφανίστηκαν καὶ ἄλλα ὅπως τοῦ Ἱερωνύμου, τοῦ Κώδικα 1477 τῆς Μονῆς Σινᾶ στὸ πεντάγραμμο, τοῦ Ἀγαπίου Παλέρμου, τὰ ἀλφαβητικά του Βουκουρεστίου, τοῦ Παϊσίου Ξηροποταμινοῦ καὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Λεσβίου.

6η ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ἀπὸ τοὺς τρεῖς διδασκάλους μέχρι τὶς μέρες μας


Σὰν κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς περιόδου αὐτῆς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναφερθοῦν: α) Ὁ τερματισμὸς τῆς δυσκολίας γιὰ τὴν ἐκμάθηση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ νέου μουσικοῦ συστήματος, β) Ἡ μεταγραφὴ τῶν μελωδημάτων ποὺ ξεκίνησαν οἱ τρεῖς δάσκαλοι καὶ συνέχισαν οἱ μαθητές τους, γ) Ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τῆς μουσικῆς τυπογραφίας καὶ οἱ πολὺ ἀξιόλογες μουσικὲς ἐκδόσεις καὶ δ) Ἡ πλήρης ἀποσαφήνιση καὶ σταθεροποίηση τοῦ θεωρητικοῦ μέρους τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Τὴν περίοδο αὐτή, ἔχουμε σπουδαίους μουσικούς, ὅπως οἱ παρακάτω: Κωνσταντῖνος ὁ ἀπὸ Σιναίου Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Βυζάντιος, ὁ Ἀντώνιος, ὁ Ἀθανάσιος Μητροπολίτης Σελευκείας, ὁ Ἀπόστολος Κρουστάλας, ὁ Πέτρος Συμεὼν Ἁγιοταφίτης, ὁ Θεόδωρος Συμεών, ὁ Θεόδωρος Φωκαεύς, ὁ Παναγιώτης Πελοπίδας, ὁ Ζαφείριος Ζαφειρόπουλος, ὁ Πέτρος Γεωργίου Βυζάντιος, ὁ Ἀθανάσιος Χρηστόπουλος, ὁ Βασίλειος Στεφανίδης, ὁ Γεώργιος Λέσβιος, ὁ Ἀνέστης Χανεντές, ὁ Ἰωάννης ὁ Βυζάντιος, ὁ Στέφανος Μιχαήλ, ὁ Γεώργιος Ρύσιος, ὁ Σταυράκης Γρηγοριάδης, ὁ Ὀνούφριος ὁ Βυζάντιος, ὁ Θεόδωρος Ἀριστολής, ὁ Γεράσιμος Κανελλίδης, ὁ Κυριάκος Φιλόξενης ὁ Ἐφεσιομάγνης, ὁ Γεώργιος Ραιδεστηνὸς ὁ Β´ καὶ ὁ Γεώργιος Βιολάκης.



ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Οἱ τρεῖς πρῶτοι αἰῶνες


Κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, ὅλος ὁ χριστιανικὸς κόσμος δοκιμάζεται σκληρά: οἱ διωγμοὶ ἀναγκάζουν τοὺς πρώτους χριστιανοὺς νὰ κρύβονται γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ τελέσουν τὴ λατρεία τους ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἴδια τους τὴ ζωή. Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες λοιπὸν δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθεῖ ὁποιαδήποτε μορφὴ τέχνης. Ἡ ἱερὰ ὑμνωδία εἶναι λιτή. Χρησιμοποιοῦνται κυρίως ὕμνοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ δὲν ψάλλουν συγκεκριμένα πρόσωπα ἀλλὰ ὅλοι οἱ παρόντες στὴ λατρεία πιστοί. Ὅπως προαναφέραμε, ἡ ὑμνωδία ἦταν λιτή. Ἔτσι λοιπὸν τὸ ἐκκλησίασμα μποροῦσε νὰ παρακολουθεῖ τὸ μέλος καὶ κατὰ συνέπεια νὰ συμψάλλουν τὰ ἱερὰ ᾄσματα μὲ μία φωνή. Καθὼς ὅμως χρόνο μὲ τὸ χρόνο οἱ χριστιανοὶ αὐξάνονταν, ἦταν δύσκολη ἡ ἀπὸ κοινοῦ ψαλμωδία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, καθιερώθηκε ἀπὸ πολὺ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, ἡ τάξη τῶν ψαλτῶν. Γενικά, κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, τέθηκαν οἱ πρῶτες βάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Οἱ κυριότεροι ἐκπρόσωποί της εἶναι: ὁ Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος (+103 μ.Χ.), ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς (+220 μ.Χ.) καὶ ὁ Ὠριγένης ὁ μέγας (+254 μ.Χ.)

Ὁ τέταρτος μ.Χ. αἰώνας


Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε αὐτοκράτορας κι ἀνέδειξε πρωτεύουσά του τὸ Βυζάντιο, νέος ἄνεμος ἐλευθερίας ἄρχισε νὰ φυσᾶ γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς: ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία δὲ βρῆκε μόνο τὴν εἰρήνη, ἀλλὰ καὶ τὴν προστασία καὶ ὑποστήριξη ἐκ μέρους τοῦ ἐπίσημου κράτους.

Οἱ χριστιανοὶ εἶναι πλέον ἐλεύθεροι νὰ τελέσουν τὴ λατρεία τους. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ μέλος καλλιεργεῖται ἐπιμελῶς καὶ σημειώνει γρήγορη ἐξέλιξη. Τὸ ὑμνολόγιο πλουτίζεται μὲ νέους ὕμνους. Ἡ ἄλλοτε πτωχὴ μουσικὴ ἐπένδυση τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, γίνεται πιὸ σύνθετη καὶ παρουσιάζει μεγαλύτερες τεχνικὲς ἀπαιτήσεις. Διακρίνονται, ἔτσι, οἱ τέσσερις κύριοι ἦχοι καὶ ἐμφανίζονται τὰ εἰρμολογικὰ μέλη κι ἔπειτα τὰ στιχηραρικά.

Ἡ ἐκκλησία κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, παρὰ τὴν ἐξωτερικὴ γαλήνη, ἀντιμετωπίζει ἐσωτερικὲς ἀναταραχὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ αἱρετικοὶ γιὰ νὰ διαδώσουν τὶς δοξασίες τους, χρησιμοποιοῦσαν καὶ μουσική, ποὺ δὲν ταίριαζε μὲ τὸ ὕφος τῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι λοιπὸν οἱ μεγάλοι πατέρες τῆς ἐκκλησίας ὅπως ὁ Ἀθανάσιος ὁ μέγας (295 - 373 μ.Χ.), ὁ Ἐφραὶμ ὁ Σύριος (306 - 378), ὁ Βασίλειος ὁ μέγας (330 - 379), ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (344 - 407 μ.Χ.), καταβάλλουν πολλὲς προσπάθειες γιὰ τὴ τεχνικότερη διαμόρφωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς.

Στὴ Δύση τεχνικότερο μέλος εἰσήγαγε ὁ Ἀμβρόσιος, ἐπίσκοπος Μεδιολάνων. Τὸ Ἀμβροσιακὸ μέλος, εἶχε ὡς βάση του τοὺς τέσσερις ἤχους τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς, δώριο, φρύγιο, λύδιο καὶ μιξολύδιο .

Δυὸ αἰῶνες ἀργότερα, ἀναφαίνεται στὴ Δύση νέος διαμορφωτὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ διάλογος, πάπας Ρώμης (540 - 604 μ.Χ.) ποὺ εἰσήγαγε τοὺς τέσσερις πλαγίους ἤχους. Στὸν ἴδιο δὲ ἀποδίδεται καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ στιχηραρικοῦ εἴδους στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνωδία.

Κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ποὺ χρονολογικὰ ἐκτείνεται μέχρι τὸ τέλος τοῦ Ζ´ αἰῶνα, παρατηροῦμε μεγάλη ἄνθιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Οἱ περισσότεροι ὑμνογράφοι ἦταν συγχρόνως καὶ μουσικοὶ καὶ συνθέτες τοῦ μέλους. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ προαναφέραμε σπουδαιότεροι εἶναι: Κύριλλος πατριάρχης Ἱεροσολύμων (+386 μ.Χ.), Ρωμανὸς ὁ μελωδὸς (ΣΤ´ αἰ.), ὁ Ἀνδρέας ἐπίσκοπος Κρήτης (Ζ´ αἰ.) κ.ἄ.

Ἡ ἐκπαίδευση τῶν ψαλτῶν


Ἡ ἐκπαίδευση τῶν ψαλτῶν γινόταν σὲ εἰδικὲς σχολές. Ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ αὐτοκράτορος (τέλη Δ´ αἰῶνος) ἀναφέρεται ὅτι στὴν Κωνσταντινούπολη ἐδίδασκαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, διδάσκαλοι τῆς μουσικῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (482 - 565 μ.Χ.) ὁ ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶχε 25 ἱεροψάλτες, ἐκτὸς αὐτῶν δὲ καὶ 100 ἀναγνῶστες, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦσαν στὴν ψαλμωδία. Τὸ χορὸ τῶν ἱεροψαλτῶν διηύθυνε ὁ πρωτοψάλτης, ποὺ χρησιμοποιοῦσε τὴ λεγόμενη χειρονομία. Ἡ χειρονομία, ποὺ ἦταν σὲ χρήση μέχρι τὰ μέσα περίπου τοῦ ΙΖ´ αἰῶνα, ἐγίνετο μὲ διάφορες κινήσεις τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ καὶ ἔδειχνε, συνήθως, τὸ σύνθημα τῆς ἔναρξης καὶ τῆς παύσης τῆς ψαλμωδίας, καθὼς ἐπίσης τὸν τρόπο ἐκτέλεσης καὶ τὸ ρυθμὸ τοῦ ᾄσματος.

Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: Ἕνας μεγάλος φιλόσοφος, θεολόγος, ὑμνογράφος καὶ μουσικὸς


Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἔζησε ἀπὸ τὸ 676 μέχρι τὸ 756 μ.Χ. Θεωρεῖται μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ μεγάλος αὐτὸς ὑμνογράφος ἔθεσε τῆς βάσεις τῆς γνήσιας καὶ σεμνῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς παράδοσης. Ἔγραψε κατ᾿ ἐρωταπόκριση τὸ πρῶτο θεωρητικὸ γιὰ τοὺς ὀκτὼ ἤχους μὲ τὸν τίτλο «Γραμματική της μουσικῆς ἢ κανόνιον κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς καὶ κανόνες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς». Ἄλλο ἔργο του εἶναι ἡ Ὀκτώηχος.

Ἐργογραφία


Ὁ κανόνας τῆς ἑορτῆς τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί», παραπάνω ἀπὸ ἑξήντα κανόνες γιὰ τὶς κυριότερες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας

Πέτρος Πελοποννήσιος


Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μουσικὲς μορφὲς τοῦ ΙΗ´ αἰῶνα, ἡ τέταρτη πηγὴ τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς. Γεννήθηκε γύρω στὸ 1730 στὴν Πελοπόννησο καὶ συνέψαλλε στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὸν Πρωτοψάλτη Ἰωάννη τὸν Τραπεζούντιο, ὡς Β´ Δομέστικος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰωάννου διορίζεται Λαμπαδάριος τῆς Μ.Ἐκκλησίας μὲ Πρωτοψάλτη τὸν Δανιήλ. Περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε μουσικό της ἐποχῆς τοῦ ἐξήγησε στὴ δική του μέθοδο τὴ μουσικὴ στενογραφία ποὺ ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχή του. Ἑρμήνευσε πολλὰ μαθήματα ὅπως τὰ μεγάλα κεκραγάρια τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ἀργὰ Πασαπνοάρια, τὸ «Ἄνωθεν οἱ Προφῆται» καὶ ἄλλα πολλὰ μαθήματα τοῦ Οἰκηματαρίου καὶ τοῦ Μαθηματαρίου. Πέθανε τὸ 1777 ἀπὸ πανώλη.

Ἐργογραφία


  • Τρεῖς σειρὲς Χερουβικὰ ἀργὰ καὶ μία σύντομα
  • Τρεῖς σειρὲς Κοινωνικὰ τῶν Κυριακῶν καὶ μία της ἑβδομάδας
  • Εὐλογητάρια ἀργὰ καὶ σύντομα
  • Δοξολογίες σὲ διάφορους ἤχους
  • Καλοφωνικοὺς εἱρμοὺς καὶ κρατήματα
  • Πασαπνοάρια



ΣΧΕΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Στὴ συγκεκριμένη σελίδα δίνονται πληροφορίες γιὰ τὴ σχέση βυζαντινῆς καὶ εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς. Ἀνάμεσα στοὺς δυὸ «μουσικοὺς κόσμους» ὑπάρχουν πολλὲς διαφορές. Ὁ μόνος λόγος ποὺ γίνεται αὐτὴ ἡ σύγκριση εἶναι ἡ πλατιὰ διάδοση τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς σὲ σχέση μὲ τὴ βυζαντινή.

ΝΟΤΕΣ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΝΟΤΕΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΝΗ ΝΤΟ
ΠΑ ΡΕ
ΒΟΥ ΜΙ
ΓΑ ΦΑ
ΔΙ ΣΟΛ
ΚΕ ΛΑ
ΖΩ ΣΙ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΗΧΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


ΠΡΩΤΟΣ ΗΧΟΣ


πρῶτος ἦχος μεταφέρεται στὴ ΡΕ ἐλάσσονα χωρὶς προσαγωγέα (ΝΤΟ#). Ὁ φθόγγος ΣΙ ἐν ἀναβάσει εἶναι φυσικός, ἐν καταβάσει μὲ ὕφεση.

ΡΕ - ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙ - ΝΤΟ – ΡΕ´ (ἐν ἀναβάσει)

ΡΕ´ - ΝΤΟ - ΣΙb- ΛΑ - ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕ (ἐν καταβάσει)

Ἐπίσης ὅταν μία μουσικὴ φράση ἐπεκτείνεται μόνο μέχρι τὸν ΖΩ (ΣΙ) καὶ ἐπιστρέφει κατερχόμενη, τότε ὁ φθόγγος ΣΙ θὰ ἔχει πάντοτε ὕφεση.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΗΧΟΣ


δεύτερος ἦχος ἀνήκει στὸ χρωματικὸ γένος καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ μαλακὴ χρωματικὴ κλίμακα ἀπὸ τὸ φθόγγο ΔΙ (ΣΟΛ).

  • Χρωματικὸ τετράχορδο ΔΙ - ΝΗ (ΣΟΛ - ΝΤΟ)

ΣΟΛ - ΛΑb - ΣΙ - ΝΤΟ - ΣΙ - ΛΑb - ΣΟΛ

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ ὕφεση στὸ φθόγγο Λὰ δὲν ἀποδίδει ἀκριβῶς τὸν ΚΕ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στὸ ΛΑb καὶ στὸ ΛΑ φυσικό.

  • Κατάβαση διατονικὴ (τὸ ΡΕ φυσικό)

ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕ - ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ

  • Κατάβαση χρωματικὴ (ὁ φθόγγος ΡΕ μὲ ὕφεση)

ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕb – ΝΤΟ

ΤΡΙΤΟΣ ΗΧΟΣ


τρίτος ἦχος ἀνήκει στὸ ἐναρμόνιο γένος καὶ ἔχει ὡς βάση του τὸ φθόγγο ΓΑ (ΦΑ). Μεταφέρεται δὲ στὴ ΦΑ μείζονα. Ἡ κλίμακά του εἶναι δηλαδή,

  • ΦΑ - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙb - ΝΤΟ - ΡΕ - ΜΙ – ΦΑ´

Ὅταν ὅμως ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ τετράχορδο ΦΑ - ΣΙb, τότε γίνεται διατονικὸς καὶ στὸν φθόγγο ΣΙ τίθεται ἀναίρεση (ὁ ΖΩ φυσικός).

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΗΧΟΣ


τέταρτος ἦχος ἔχει τρεῖς βάσεις καὶ ἀνάλογα μεταφέρεται στὴν εὐρωπαϊκὴ μουσική.

Παπαδικὰ μέλη


Ἔχουν βάση τὸ φθόγγο ΔΙ (ΣΟΛ) καὶ οἱ μελωδίες τους βρίσκονται στὸ ὀξὺ τετράχορδο ΔΙ - ΝΗ (ΣΟΛ - ΝΤΟ). Σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο ἔχουμε μία χαρακτηριστικὴ ἕλξη. Πρόκειται γιὰ τὸ φθόγγο ΓΑ (ΦΑ) ποὺ πρέπει νὰ ἔχει δίεση ὅταν τὸ μέλος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ φθόγγο ΔΙ.

  • ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙ - ΝΤΟ - ΣΙ - ΛΑ - ΣΟΛ - ΦΑ# - ΣΟΛ

Στιχηραρικὰ μέλη


Τὰ στιχηραρικὰ μέλη στὸν τέταρτο ἦχο ἔχουν βάση τὸ φθόγγο ΠΑ (ΡΕ). Κατὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ ἤχου θὰ πρέπει νὰ μεταχειριστοῦμε κλίμακα ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ φθόγγο ΡΕ, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἀντίστοιχη στὴν Εὐρωπαϊκὴ μουσική. Κατὰ τὰ ἄλλα ἰσχύει ἡ θεωρία γιὰ τὶς ἕλξεις ποὺ ἰσχύει σὲ ὅλους τοὺς διατονικοὺς ἤχους.

  • ΡΕ - ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕ - ΝΤΟ - ΡΕ
    (ἐντελεῖς καταλήξεις)
  • ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕ# - ΜΙ
    (τελικὲς καταλήξεις)

Εἰρμολογικὰ μέλη (Λέγετος)


Ἔχουν βάση τὸ φθόγγο ΒΟΥ (ΜΙ). Κατὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ λέγετου χρησιμοποιοῦμε τὴν παρακάτω κλίμακα

  • ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ -ΛΑ - ΣΙ - ΝΤΟ

βλέπουμε δηλ. ὅτι ὁ ἦχος κινεῖται μέσα σ᾿ ἕνα διάστημα 6ης μικρῆς (ΜΙ - ΝΤΟ). Πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ φθόγγος ΠΑ (ΡΕ) ἔχει δίεση ὅταν ἕλκεται ἀπὸ τὸν ΒΟΥ (ΜΙ)

  • ΣΟΛ - ΦΑ - ΜΙ - ΡΕ# - ΜΙ

ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ


Ἰσχύουν τὰ ἴδια μὲ τὴ θεωρία τοῦ πρώτου ἤχου

Στὰ εἰρμολογικὰ μέλη ὅμως τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστόν, ἔχουν βάση τὸ φθόγγο ΚΕ (ΛΑ) καὶ οἱ μελωδίες τους ἀνήκουν στὸ ὀξὺ τετράχορδο ΚΕ - ΠΑ (ΛΑ-ΡΕ), χρησιμοποιοῦμε τὴν ἐλάσσονα κλίμακα τοῦ ΛΑ χωρὶς προσαγωγέα (ΣΟΛ#)

  • ΛΑ - ΣΙ - ΝΤΟ - ΡΕ - ΜΙ - ΡΕ - ΝΤΟ - ΣΙ - ΛΑ - ΣΟΛ - ΛΑ

ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ


πλάγιος του δευτέρου χρησιμοποιεῖ δυὸ κύριες κλίμακες: τὴν ἀμιγῶς χρωματικὴ καὶ τὴ μικτή. Ὅταν κάνει χρήση τῆς ἀμιγοῦς χρωματικῆς, τότε μεταφέρεται σὲ κλίμακα μὲ βάση τὸ φθόγγο ΡΕ ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε μείζονα οὔτε ἐλάσσονα. Ἡ κλίμακα αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς:

  • ΡΕ - ΜΙb- ΦΑ# - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙb - ΝΤΟ# - ΡΕ

Ὅταν χρησιμοποιεῖ τὴ μικτή, τότε οἱ κλίμακες ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴ μεταφορά του εἶναι οἱ ἑξῆς:

  • ΡΕ - ΜΙb - ΦΑ# - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙ - ΝΤΟ - ΡΕ (ἐν ἀναβάσει)
  • ΡΕ - ΝΤΟ - ΣΙb - ΛΑ - ΣΟΛ - ΦΑ# - ΜΙb - ΡΕ (ἐν καταβάσει)
  • ΡΕ - ΜΙ - ΦΑ - ΣΟΛ - ΛΑ - ΣΙb - ΝΤΟ# - ΡΕ

ΗΧΟΣ ΒΑΡΥΣ


Ἰσχύουν τὰ ἴδια μὲ τὸν τρίτο ἦχο.

ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ


Ὁ συγκεκριμένος ἦχος χρησιμοποιεῖ τὴν κλίμακα ΝΤΟ μείζονα. Γιὰ τὸ φθόγγο ΖΩ ἰσχύει ἡ θεωρία τοῦ πρώτου ἤχου.

Ιστορική αναδρομή της εκκλησιαστικής μουσικής - Ιδιαιτερότητες

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ιστορική αναδρομή της εκκλησιαστικής μουσικής - Ιδιαιτερότητες


Στο Βυζάντιο, ως λογική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, η μουσική είχε εξέχοντα ρόλο. Για την κοσμική (μη θρησκευτική) μουσική έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Αντίθετα μας έχουν διασωθεί σημαντικές πληροφορίες για την εκκλησιαστική μουσική, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ο όρος βυζαντινή μουσική συχνά συνδέεται σήμερα -εσφαλμένα- μόνο με την εκκλησιαστική μουσική.

H βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική προέρχεται από την αρχαία Ελληνική, Συριακή αλλά και Εβραϊκή θρησκευτική μουσική παράδοση.

Διακρίνονται 3 εποχές: παλαιού, μέσου και νέου μέλους.

Η εποχή του Παλαιού Βυζαντινού Μέλους ξεκινά από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και περνώντας από την εποχή της αποκρυστάλλωσης της λειτουργίας (9ος αι.) φθάνει μέχρι το 14ο αι.

1. Από τον 1ο αιώνα ως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.)


Μετά τη σταύρωση του Χριστού, οι πρώτοι χριστιανοί έκαναν κρυφές συγκεντρώσεις λατρείας. Χρησιμοποιούσαν απλές μελωδίες που γνώριζαν από την καθημερινή τους ζωή. Οι ψαλμωδίες αυτές ήταν λογικό να έχουν μουσικά στοιχεία του πολιτισμού των Εβραίων, Σύριων, Παλαιστίνιων, Ρωμαίων καθώς και στοιχεία της μουσικής παράδοσης των αρχαίων Ελλήνων (ο Μέγας Αλέξανδρος είχε συντελέσει πολύ στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού των ελληνιστικών χρόνων στη Μέση Ανατολή).

Οι πρώτοι χριστιανικοί ύμνοι δεν ήταν νέες συνθέσεις, ήταν παραφράσεις (νέα κείμενα σε γνωστές μελωδίες) ή παραλλαγές παλαιότερων γνωστών μελωδιών. Η ψαλμωδία ήταν συλλαβική (σε κάθε συλλαβή μία ή δύο νότες) και μονοφωνική (όλοι τραγουδούσαν την ίδια μελωδία).

Εξαιτίας των διωγμών δεν υπήρχε τάση νεωτερισμού, η υμνογραφία παρέμεινε για αιώνες σταθερή και απλή. Σημαντικοί υμνογράφοι αυτών των πρώτων αιώνων ήταν ο Κλήμης Αλεξανδρείας (170-220), ο Ιουστίνος (φιλόσοφος και μάρτυρας, 110-165), ο Μεθόδιος (μαρτύρησε το 312) και ο Ανατολίας.


Σκηνη εορτής στο παλάτι. Από κώδικα του 18ου αιώνα

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από ένα ύμνο στην Αγία Τριάδα του 3ου αιώνα. Ανακαλύφθηκε το 1918 στην Αίγυπτο σε πάπυρο καταγραμμένο με αρχαίαελληνική σημειογραφία.


2. Από τον 4ο έως τον 8ο αιώνα


Μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.) και την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας (379 μ.Χ.), η εκκλησιαστική μουσική άρχισε να οργανώνεται και να αναπτύσσεται πιο ελεύθερα απ' ό,τι στο παρελθόν. Μεταξύ του 4 και 7ου αιώνα η λειτουργική ζωή της εκκλησίας οργανωνόταν, οι Ιερές Σύνοδοι κανόνιζαν διάφορα λειτουργικά θέματα, και καινούριοι ύμνοι δημιουργούνταν για να καλύψουν τις νέες λειτουργικές ανάγκες. Αυτή ήταν μια μεταβατική περίοδος στην υμνογραφία, γιατί ενώ γράφονταν νέοι ύμνοι, η μελοποιοία παρέμενε σχεδόν αμετάβλητη, ακολουθώντας τους κανόνες των προηγούμενων αιώνων, της ρυθμικής πρόζας, και παλαιότερων μελωδιών. Τα μοναστήρια απέφευγαν την ψαλμωδία κατά τη λειτουργία, ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ανατολής η υμνογραφία άρχισε να αναπτύσσεται πέρα από την υπάρχουσα ψαλτική παράδοση. Υπήρχε συντηρητική στάση απέναντι στην μελοποιοία, σταθεροποιήθηκαν οι μελωδίες συγκεκριμένων ύμνων, και συνέχισε να καλλιεργείται η ανωνυμία του συνθέτη.

Παρ' όλα αυτά γνωρίζουμε κάποιους σημαντικούς συνθέτες αυτής της περιόδου, όπως τον Συνέσιο τον Κυρηναίο (370-413/415), τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό (πέθανε το 389).

Μέχρι τον 4ο αιώνα δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ παθητικών ακροατών και ενεργητικών ψαλτών, όλοι οι πιστοί που παρακολουθούσαν τη λειτουργία έψαλαν «με μια ψυχή και μια φωνή» και η μουσική ήταν μια δραστηριότητα που αφορούσε όλους. Με την ανάπτυξη της μελοποιοίας οι εκκλησίες άρχισαν να διορίζουν ψάλτες, γιατί δεν ήταν δυνατό το εκκλησίασμα να απομνημονεύσει όλες τις νέες συνθέσεις. Παρ' όλα αυτά καθήκον του ψάλτη ήταν να καθοδηγεί με κινήσεις του χεριού (νεύματα) το εκκλησίασμα και να προτρέπει τις απαντήσεις.

Από τον 5ο αιώνα κι έπειτα οι νέες μελωδίες άρχισαν να απελευθερώνονται και πολλά στοιχεία της κοσμικής μουσικής επηρέασαν τη μουσική της εκκλησίας. Επειδή οι Πατέρες της εκκλησίας πίεζαν για πιο σεμνές μελωδίες και κλίμακες, οι ιερείς άρχισαν να συνθέτουν όχι μόνο στίχους, αλλά και μελωδίες σε απλό στιλ, αποφεύγοντας δάνεια από την κοσμική μουσική. Νέα μουσικά είδη δημιουργήθηκαν σ' αυτή την περίοδο, όπως οι ωδές, το τροπάριο, το κοντάκιο, αλλά οι συνθέσεις μελωδιών συνέχισαν να είναι αρκετά απλές. Σ' αυτή την περίοδο η εκκλησιαστική μουσική διαδόθηκε στη Δυτική Ευρώπη, και αναπτύχθηκε σταδιακά σε Γρηγοριανό μέλος. Γνωστοί μελοποιοί της περιόδου είναι ο ’Αγιος Ανατόλιος (-485), ο Ρωμανός ο Μελωδός (5ος- 6ος αιώνες), ο Ανδρέας ο Κρης (660-740), ο Σέργιος πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (7ος αι.).

Τα τροπάρια είχαν νέα απλά κείμενα με παρεμβολές ψαλμικών στίχων και εύκολες μελωδίες. Τα κοντάκια αποτελούνται από μία εισαγωγή και 20-40 όμοιες στροφές (οίκους). Γνωστό κοντάκιο είναι ο Ακάθιστος Ύμνος προς την Παρθένο που αποδίδεται στο Ρωμανό το Μελωδό.


3. Από τον 8ο ως τον 11ο αιώνα



Η περίοδος ανάμεσα στον 8ο και 11ο αιώνα είναι η περίοδος όπου το κέντρο της χριστιανικής εκκλησιαστικής υμνολογίας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και χρησιμοποιούνται περισσότεροι μουσικοί νεωτερισμοί. Αυτή η περίοδος είναι συνυφασμένη με μια ακμή σε πολλές εκφάνσεις της τέχνης, λογοτεχνίας και μουσικής. Τα μοναστήρια έγιναν τα κέντρα της υμνολογίας και οι μοναχοί δραστηριοποιήθηκαν στη σύνθεση ύμνων εγκαινιάζοντας νέους πειραματισμούς στην εκκλησιαστική ψαλμωδία. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός (7ος-8ος αι.), νεωτεριστής της χριστιανικής υμνογραφίας, κατάφερε να ελευθερώσει την εκκλησιαστική μουσική από κοσμικές επιδράσεις και να συστηματοποιήσει τις κλίμακες σε τρόπους ή ήχους που οδήγησαν στην οκτώηχο, όπως χρησιμοποιείται έως σήμερα. Είναι επίσης γνωστός κυρίως για το ότι επινόησε τον κανόνα.

Ιωάννης Δαμασκηνός

Ο Κανών είναι σύνθεση ύμνων που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες δένουν η μια με την άλλη ως νόημα. Κάθε ωδή αποτελείται από ένα αρχικό τροπάριο (τον ειρμό), που ακολουθείται από τρία ή τέσσερα άλλα τροπάρια με διαφορετικό κείμενο αλλά ίδιο μέτρο και μουσική. Οι εννέα ειρμοί ακολουθούν άλλο μέτρο, επομένως ένας κανόνας αποτελείται από εννέα αυτόνομες μελωδίες.


Τον 10ο αι. τα βιβλία της εκκλησίας είχαν γεμίσει από ύμνους για κάθε λειτουργική εκδήλωση, ώστε η ανάγκη για νέους ύμνους περιορίστηκε, ενώ το ενδιαφέρον στράφηκε στην ανάπτυξη της μελωδίας. Ο ’Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός προώθησε πολλά βασικά χαράκτη­ριστικά της μονο­φωνικής εκκλησιαστικής μουσικής. Δημιούρ­γησε πιο μελωδική (μελισματική) ψαλμωδία, εκτός του υπάρχοντος μονοφωνικού και λιγότερου μελισματικού στιλ και εφηύρε ένα είδος σημειογραφίας σε στίχους και μελωδίες. Έτσι ενώ μέχρι τον 8ο΄ αι. υπήρχε μόνο το ειρμολογικό (ένας φθόγγος σε κάθε συλλαβή) και το στιχηραρικό είδος (μια μικρή μελωδική πλοκή σε κάθε συλλαβή), ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δημιούργησε το παπαδικό είδος, που ήταν το πιο αναλυτικό και μελωδικό από όλα. Επίσης συνέθεσε χερουβικά, κοινωνικά, αλληλουάρια, κρατήματα, πολυελέους κλπ.

Άλλοι μελοποιοί της εποχής ήταν ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής, ο Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο Θεοφάνης ο Γραπτός (759 - 845/850), Σοφρώνιος Πατριάρχης Ιερουσαλήμων, η Κασσιανή μοναχή, ο άγιος Μεθόδιος (-846), ο άγιος Ιωσήφ ο Στουδίτης (-883), ο Μητροφάνης (-910), ο Φώτιος (-891), ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός (περ.886-916) και ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ο αυτοκράτορας (περ. 917-959). Έκτοτε η εκκλησιαστική μουσική του Βυζαντίου γνώρισε και άλλη ανάπτυξη και συστηματοποιήθηκε η μουσική σημειογραφία. Η ανάπτυξη συνέχισε και μετά την πτώση του Βυζαντίου. Το 19ο αιώνα υπέστη μεταρρύθμιση και παραμένει ζωντανή έως τις μέρες μας.

Ο Προφήτης Δαυίδ κρατά ψαλτήριο. Κώδιακ 11ου αι..

Χαρακτηριστικά της εκκλησιαστικής μουσικής του Βυζαντίου


Η μουσική της Ορθόδοξης εκκλησίας όπως κάθε ζωντανή μουσική παράδοση, γνώρισε σημαντικές αλλαγές κατά τη μακρά ιστορία της, αλλά πολλά χαρακτηριστικά της παρέμειναν τα ίδια για πολλούς αιώνες. Αυτά είναι:

  • Η μουσική είναι τροπική. Αντί για μείζονες και ελάσσονες κλίμακες όπως τις γνωρίζουμε στη δυτική μουσική χρησιμοποιεί οκτώ εκκλησιαστικούς τρόπους που ονομάζονται ήχοι.
  • Το κούρδισμα δεν είναι συγκερασμένο αλλά ακολουθεί το φυσικό (με βάση τη σειρά των αρμονικών), με συνέπεια όλοι οι τόνοι να μην είναι ίσοι.
  • Η εκκλησιαστική μουσική παρέμεινε αυστηρά μονοφωνική, είτε ψάλλεται από έναν ψάλτη είτε από χορωδία. Η αρμονία περιορίζεται μόνο στη χρήση του ίσου ή ισοκράτη, που συνοδεύει τη μελωδία τραγουδώντας τη βάση του κάθε τετραχόρδου όπου κινείται η μελωδία κάθε στιγμή.
  • Οι φθόγγοι στη σημειογραφία (σημάδια) δεν ορίζουν συγκριμένο ύψος αλλά σχετικό δηλαδή πόσους πιο ψηλά ή πιο χαμηλά είναι το επόμενο διάστημα.
  • Δεν χρησιμοποιούνται μέτρα αλλά ειδικά σημάδια που καθορίζουν το χρόνο και την έκφραση.
  • Ο ρυθμός δεν είναι σταθερός αλλά καθορίζεται από τον τονισμό των λέξεων.
  • Η μουσική παραμένει φωνητική. Όργανα δεν χρησιμοποιούνται στην εκκλησία. Γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούνταν όργανα στην εκμάθηση της μουσικής όπως ο ταμπουράς και το ψαλτήριο ή κανονάκι. Ίσως και για τον ισοκράτη.

    Μορφές ύμνων

    Παράλληλα με την απλή ψαλμωδία άνθησαν οι πρώτες μορφές ύμνων: τροπάριο, κοντάκιο και κανών.
    • Tο τροπάριο (από το τρόπος) αναπτύχθηκε κυρίως τον 5ο αι.: βασίζεται σε νέα, απλά και εύκολα να μελοποιηθούν κείμενα, των οποίων οι στίχοι παρεμβάλλονται μεταξύ των ψαλμικών στίχων. Aργότερα τροπάρια ονομάζονται και οι αυτούσιοι εκκλησιαστικοί ύμνοι.
    • κοντάκιαείναι ύμνοι με πολλές στροφές (οίκους), τα κείμενα και οι μελωδίες των οποίων γράφτηκαν από τον Σωφρόνιο των Ιεροσολύμων, τον Σέργιο του Βυζαντίου και κυρίως τον Pωμανό το Μελωδό από τη Συρία τον 6ο αι. (πρότυπο ο Eφραίμ ο Σύρος, 4ος αι.). Mετά από μια εισαγωγή (κουκούλιον ή προοίμιον) ακολουθούν 20 έως 40 όμοιες στροφές (οίκοι). Περίφημος είναι ο αφιερωμένος στην Παρθένο Aκάθιστος Ύμνος αγνώστου που αποδόθηκε στον Pωμανό το Μελωδό με 24 στροφές και με ακροστιχίδα το αλφάβητο.
    • O κανών γεννήθηκε τον 7ο-9ο αι. Bασίζεται στα νέα βιβλικά άσματα ή Ωδές, όπως η Ωδή αρ. 3, ο ύμνος της Aγ. Άννας ή η αρ. 9, το "Eμεγαλύνθη η ψυχή μου" της Παναγίας. Kάθε ωδή ακολουθείται από πολλές στροφές (ειρμούς) που ψάλλονται με την ίδια μελωδία (τρόποι). Oι γνωστότεροι ποιητές κανόνων ήταν ο Αγ. Aνδρέας ο Κρής (660-740 μ.Χ.) του οποίου ο μεγάλος κανών περιλαμβάνει 250 ειρμούς και ο Αγ. Iωάννης ο Δαμασκηνός (676-750 περ.).
    Για την εποχή του Αγ. Εφραίμ είναι αποδεδειγμένη η τεχνική της παράφρασης, δηλαδή γράφονταν νέα κείμενα πάνω σε γνωστές παλαιότερες, ακόμη και κοσμικές μελωδίες. Oι ύμνοι της εποχής της άνθησης (5ος-7ος αι.) είχαν πάντα τις δικές τους μελωδίες, που αργότερα πολλές φορές δεν μελοποιούνταν από τους ποιητές αλλά από μελουργούς. Όπως το κείμενο, που θεματολογικά και τυπολογικά ακολουθούσε την παράδοση χρησιμοποιώντας σταθερούς τύπους, έτσι και η μελοποίηση παραμένει κοντά στο παραδοσιακό τυπικό χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα μελωδικά γυρίσματα, σχήματα και πτώσεις.
    ’λλες μορφές ύμνων είναι τα απολυτίκια (που αναφέρονται σε αγίους και εορτές), τα καθίσματα, τα εξαποστειλάρια, οι πολυέλεοι,τα λειτουργικά (ύμνοι της θείας λειτουργίας όπως τα χερουβικά και κοινωνικά), τα στιχηρά προσόμοια (που αποτελούν τυποποιημένες μελωδίες που εφαρμόζονται σε διαφορετικούς στοίχους) και τα ιδιόμελα (που είναι αυτόνομες συνθέσεις με ίδιον=δικό τους μέλος).
    Oι ύμνοι της λειτουργίας και των ακολουθιών περιλαμβάνονται σε ειδικά λειτουργικά βιβλία:
    • Tο Eιρμολόγιον περιέχει τους ειρμούς (ωδές των κανόνων) ταξινομημένους κατά ήχους. Τα ειρμολογικά μέλη διακρίνονται σε σύντομα και αργά.
    • Tο Στιχηράριον περιέχει τα ιδιόμελα, τα τροπάρια, τα μεγάλα αντίφωνα κ.λπ., ταξινομημένα κατά το εκκλ. έτος.
    • Tο Kοντακάριον και άλλα βιβλία όπως το Aσματικόν περιέχουν πιο περίτεχνα και ελεύθερα μέλη που ονομάζονται παπαδικά.
    Tα ειρμολογικά και στιχηραρικά μέλη είναι συλλαβικά με λίγα μελίσματα πάνω σε σημαντικές λέξεις (βλέπε στο πιο πάνω παράδειγμα πάνω στο "καινόν"), σε στάσεις, πτώσεις και στο τέλος. Oι καθαρά μελισματικοί ύμνοι αυξάνουν από το 13 αι., και το 15ο αι. είναι ιδιαίτερα πλούσιοι.
    H εποχή του Μέσου Βυζαντινού Μέλους (14ος-19ος αι.) χαρακτηρίζεται κυρίως από νέες συνθέσεις ύμνων, ιδιαίτερα του Iωάννη Κουκουζέλη(14ος αι.) και προσθήκες στη σημειογραφία που γίνεται έτσι ιδιαίτερα σύνθετη και περίτεχνη.
    Tο Νέο Βυζαντινό Μέλος χρονολογείται από το 1821 και χαρακτηρίζεται από τις μεταρρυθμίσεις του επισκόπου Χρυσάνθου εκ Μαδιτών που έγκυνται κυρίως στην απλοποίηση και τυποποίηση της σημειογραφίας στη μορφή που χρησιμοποιείται σήμερα.

    Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

    Εισαγωγικά στη Μεγάλη Εβδομάδα

       Εισαγωγικά στη Μεγάλη Εβδομάδα

    Γράφει ο Παντελής Πάσχος
    Καθηγητής Αγιολογίας-
    Υμνολογίας,ποιητής, θεολόγος

    Περάσαμε πιά το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν εν αυτή παρά του Δεσπότου κατορθώματα. Και γάρ εν αυτή τη εβδομάδι τη Μεγάλη, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η χρονία του διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ο θάνατος εσβέσθη· ο ισχυρός εδέθη· τα σκεύη αυτού διηρπάγη· αμαρτία ανηρέθη· η κατάρα κατελύθη· ο Παράδεισος ανεώχθη· ο Ουρανός βάσιμος γέγονεν· άνθρωποι αγγέλοις ανεμίγησαν· το μεσότοιχον του φραγμού ήρθη· το θριγγίον περιηρέθη· ο της ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γής· διά τούτο Μεγάλη καλείται Εβδομάς».Όντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα Μυστήρια! Όλη η ποίηση του Χριστιανισμού και όλη η δόξα της Ορθοδοξίας, από αυτή την εβδομάδα πηγάζουν. Απ᾿ τον καιρό που, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ᾿ το ζεστό χέρι της μάνας μας τη σύνοψη και το κερί, που καθώς ήταν αγνό μοσκοβολούσε σάν λιβάνι όταν έκαιγε, και πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου, ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγ. Πέμπτης και της Μεγ. Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρός στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, που με μίαν ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μάσουμε στους κήπους και στα χωράφια· απ᾿ τα μικρά μας εκείνα χρόνια, που προσμέναμε να ῾ρθει η εβδομάδα των Παθών, για να δεχτούμε ύστερα και την Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι που μάς κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με τη χαρά και την ευφροσύνη της Αναστάσεως, που ακολουθεί.

    Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιό ωραίο, απλό και κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Και είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, που δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυρού, δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την αφομοιώσει και να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.

    Έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε – επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.

    Ο ορθόδοξος χριστιανός, όλη την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Ναί, κι άς μή φανεί σε κανέναν αυτό το πράγμα παράδοξο. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε οὔτε τη Μεγαλοβδομάδα να νιώσουμε, οὔτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αυτό το δρόμο, που βρίσκεται πάντα κάτω απ᾿ τη σκιά του Σταυρού, και αντικρύζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σάν ορόσημα, που μάς βοηθούν κι αυτά μ᾿ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας.
     


    Τη Μεγάλη Δευτέρα, μετά το Κοντάκιο και τον Οίκο της ημέρας, θ᾿ ακούσουμε μαζί με το σύντομο συναξάρι, αυτό το υπόμνημα: «τη Αγία και Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα του μακαρίου Ιωσήφ του παγκάλου και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης συκής». Δοξάζεται και τιμάται ο πάγκαλος Ιωσήφ, γιατί «της Αιγυπτίας τότε ταίς ηδοναίς μή δουλεύσας», εσκλαβώθηκε μέν κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχή έμεινε αδούλωτος, ο αοίδιμος και σώφρων, και έτσι αξιώθηκε να γίνει κυρίαρχος όλης της Αιγύπτου. 
    «Ο Θεός γάρ παρέχει τοίς δούλοις αυτού στέφος άφθαρτον». Η κατάρα έπειτα της άκαρπης συκιάς, μάς λέει ν᾿ αποφεύγουμε το πάθος και να κάνουμε έργα και καρπούς πνευματικούς, για να μή μάς εύρει ο Χριστός με φύλλα μοναχά σάν έρθει, και μάς δείξει τη φωτιά, σάν μοίρα αναπόφυγη των ακάρπων μας δέντρων.

     Τη Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ακούσουμε: «της των δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. των πέντε φρονίμων και των πέντε μωρών παρθένων, με τις διδακτικές λαμπάδες τους. Μάς συμβουλεύει κ᾿ εδώ με ύμνους εξαίσιους η Εκκλησία μας, «να σπουδάσωμεν να ανάψωμεν τάς νοητάς λαμπάδας των ψυχών μας, ως αι φρόνιμοι εκείναι παρθένοι. Διατί; Ίνα με το λαμπρόν φώς των λαμπάδων μας και με ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τον αθάνατον νυμφίον των ψυχών, δηλαδή τον Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν, όστις θα έλθει εν τη συντελεία του κόσμου, διά να εμβάσει τάς δρονίμους ψυχάς μέσα εις τον ουράνιον νυμφώνα της αϊδίου τρυφής τεσ και βασιλείας».

     Τη Μεγάλη Τετάρτη: «της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιός δεν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι αμαρτάνουμε (και πολλές φορές βαρύτερα από την πόρνη) ωστόσο δεν ακολουθούμε το παράδειγμά της, για να σβήσουμε με δάκρυα μετανοίας το χειρόγραφο, που είναι φορτωμένο με το πλήθος των αμαρτιών μας.

     Τη Μεγάλη Πέμπτη «εορτάζομεν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον, την υπερφυά προσευχήν και την Προδοσίαν». Η κυριαρχούσα μορφή – αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως και παράδειγμα προς αποφυγήν – είναι η προδοτική όψη του Ιούδα.

     Τη Μεγάλη Παρασκευή «τα Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν».

    Και το Μέγα Σάββατον «την Θεόσωμον Ταφήν και την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν».

    Είπαμε, ότι πίσω από τα μαρτύριο και το Πάθος της Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φώς της Αναστάσεως. Είναι αυτό που τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ᾿ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – και ο Έλληνας ιδιαίτερα, που πέρασε τόσα και τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του – είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει και υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, αυτές τις ημέρες ειδικώτερα, πρέπει να είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος της ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρας το Σταυρό και το μυστήριο της Σταυρώσεως.

    Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος εξάλειψε την κατάρα που έλαβε η γή, να βλαστάνει αγκάθια και τριβόλια και ότι ο Χριστός αφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής.

    «Εξεδύθη τα ιμάτια και ενεδύθη την πορφύραν, διά να εκδύσει τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως, οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις την δεξιάν, ως σκήπτρον, διά να θανατώσει τον αρχαίον όφιν και δράκοντα· έλαβε κάλαμον, διά να σβήσει το χειρόγραφον των αμαρτιών μας. Έλαβε τον κάλαμον διά να υπογράψει βασιλικώς, με το κόκκινον αίμα του, το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας, καθότι και οι βασιλείς με κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν».

    »Εις το ξύλον εσταυρώθη, διά το ξύλον της γνώσεως. Έλαβε την γεύσιν της χολής και του όξους, διά την γλυκείαν γεύσιν του καρπού του απηγορευμένου. Έλαβε τα καρφία διά να καρφώσει την αμαρτίαν. Άπλωσε τάς χείρας εις τον Σταυρόν, διά να ιατρεύσει το άπλωμα των χειρών του Αδάμ και της Εὔας, οπού εποίησαν εις το απηγορευμένον ξύλον, και διά να ενώσει τα μακράν διεστώτα, αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Έλαβε τον θάνατον, διά να θανατώσει τον θάνατον. Ετάφη, διά να μή στρεφώμεθα πλέον ημείς εις την γήν, ως το πρότερον…».

    »Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, διά να φανερώσουν ότι πενθούσι τον Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν, διότι έπασχεν η πέτρα της ζωής. Εις το ύψος του Σταυρού ανέβη, διά το πτώμα οπού έπαθεν ο Αδάμ. Και τελευταίον ανέστη, διά την ιδικήν μας ανάστασιν!».

    Ώ! Ευτυχισμένοι και τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν᾿ αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες αυτές τις μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς το Πάθος Χριστό! «Δεύτε οὖν και ημείς, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν, και νεκρωθώμεν δι᾿ αυτόν, ταίς του βίου ηδοναίς», «ίνα μή μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού».

    Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

    Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

    ποιητής Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

    ποιητής Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
    ...ένας δια Χριστόν και δια της γραφής σαλός
    Ολγα Ντέλλα




    «Σης δε οστέων καρδία αισθητική»
    Μνήμη ποιούμεν του Σκιαθίτη. Μνήμη ποιούμεν της ψυχής. Με ό,τι έχουμε, με ό,τι πίσω του άφησε, τα κατάλοιπα της γραφής και τα «πίσω» της ζωής, με τα όσα έγραψε και με κείνα που δεν έζησε, τα έγραψε, όμως, και ίσως να είναι και το ίδιο τελικά. Με την ποίηση της γραφής προχωρούμε, που απογείωσε τα γραφόμενα, τα παίρνουμε σήμερα και τα προσκυνούμε ως το αντίδωρο εκείνο στο ημίφως μιας αγρυπνίας που μόλις τέλειωσε.
    Καθώς ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε κατεξοχήν ποιητής. Ενας εμφωλεύων ποιητής, που λάθρα βίωσε το σαράκι της ποίησης. Ισχύει γι' αυτόν η παροιμία του Σολομώντα, που την υιοθέτησε και ο έτερος ποιητής Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε έναν από τους «Επιταφίους» του, εκεί όπου αποχαιρετά τον αγαπημένο του φίλο Μεγάλο Βασίλειο: «σης δε οστέων καρδία αισθητική».1 Σαράκι των οστών είναι η ευαίσθητη ψυχή. Μια τέτοια ευαίσθητη ψυχή, που το σαράκι της έγινε και του σώματος σαράκι, ήταν ο Σκιαθίτης, αυτός που αγκάλιασε από πολύ νωρίς τον αδύναμο, τον καχεκτικό, τον ταλαίπωρο, αυτόν που εμείς χρειάζεται ειδική κρατική πρόνοια για να το κάνουμε, τον επί της γης ξένο και αλλότριο, τον αλλόδοξο και τον αλλοεθνή, μόνο με τη μακρόθυμη αγάπη της ψυχής, που γράφει ο Λορεντζάτος, και όχι τη μικρόθυμη του κόσμου -την τόσο επίκαιρη και ευτελή «λυκοαγάπη» του κόσμου-, μόνο με μια αγάπη με τη μεταφυσική ή την αποκαλυπτική σημασία της, [...] που δίνει νόημα στην άλλην, [...] η αγάπη που «ουδέποτε εκπίπτει», ακόμη και όταν όλα τελειώσουν.2 Και το έκανε, γιατί δεν απώλεσε ποτέ το κέντρο γύρω από το οποίο κινούνται όλα, δεν έχασε το μεταφυσικό κέντρο της ζωής και συνεπώς της τέχνης του,3 το σύμπαν των ορατών και των αοράτων πραγμάτων, που έγραφε ο Claudel.4 Αν εξακολουθούμε σήμερα να μιλάμε γι' αυτόν, είναι γιατί κατόρθωσε να συμφιλιώσει τους δυο τούτους ανερμάτιστους κόσμους και να φυγαδεύσει την αλήθεια μέσα στα γραπτά του, εκείνη την αλήθεια της παραμυθίας, που εξακολουθούμε να την έχουμε απόλυτη ανάγκη. Είναι γιατί κατόρθωσε να εμφυσήσει «το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας»,5 που σαρκώνεται δια της γραφής, αλλά και δια της ανάγνωσης, αίσθημα που στον ίδιο εγκολπώθηκε και στην άνωθεν παρηγορία.

    Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα
    Εάν η τέχνη δεν παρηγορεί, εάν δεν καταφέρνει, έστω και με την ανηφόρα της απόγνωσής της να φτάσει και να αγγίξει και να εισβάλει στην ψυχή, εάν η τέχνη δεν πηγάζει από την αλήθεια του βιώματος, αλλά από την εκζήτηση, εάν, κατά συνέπεια, υπάρχει ως πλεόνασμα, ως εξοπλισμός, ως φετίχ και όχι ως αιμορραγία, ως ακροβασία ή ως ανάβαση, εάν δεν υπάρχει σερνόμενη, παρά ίπταται ως εγκεφαλικό κατασκεύασμα, εάν «για το γούστο σέρνει την πέννα»,6 που γράφει ο Ντοστογιέφσκι, φαντάζει όμορφα περιτυλιγμένη, μα κούφια, το γνωστό σεφερικό αδειανό πουκάμισο, η ίδια ανύπαρκτη Ελένη. Φαντάζει μπαλόνι ή φυσαλίδα, καταδικασμένη, αφού μετεωριστεί, να σωριαστεί ξεφούσκωτη. Καταδικασμένη να υπάρχει όσο και αυτός που τη φουσκώνει, όσο και αυτοί που μεγεθύνουν το τίποτά της. ο ίδιος ο «δημιουργός» και η «αυλή» του. Καταδικασμένη να υπάρχει, όπως καταγγέλλει ο Παπαδιαμάντης, ως βεβιασμένη θέση ή πλοκή, άπειρα τα παραδείγματα της σήμερον, και όχι ως ανάμνηση βιώματος ή ως βίωμα αισθήματος.7 Ως αλήθεια, δηλαδή.
    Εάν η τέχνη εξακολουθήσει να ευαγγελίζεται το τίποτα, να βαλτώνει στο αυτιστικό της σύμπαν, με την αλαζονεία της αρτιότητας ή του αριστουργήματος, που κρατά όσο και ο φελλός σε μια υγρή επικαιρότητα, δεν είμαστε καθόλου μακριά από τα όσα έγραψε ο Θεοτοκάς στο προφητικό μυθιστόρημά του «Καμπάνες», ένα έργο που τόσο λίγο έγινε σημείο αναφοράς, όπως θα του έπρεπε, για τον σύγχρονο πολιτισμό: η τέχνη έκαμε σχολή με το τίποτα, την πρωτοπορία των πρωτοποριών και πανηγυρίζει κιόλας για τα κατορθώματά της και αυτοθαυμάζεται με παιδιάτικο ναρκισσισμό και αλαλάζει «Ζήτω το μηδέν! Ζήτω που εκφράζουμε το μηδέν!».8 Τη σύγχρονη ποίηση τη νιώθω να υπάρχει και να περιφέρεται στους συρμούς του κόσμου και στα σαλόνια του ως το αόρατο εκείνο ένδυμα στο γυμνό σώμα ενός αυτοκράτορα που παρελαύνει κομπάζοντας, διακηρύσσοντας τη δήθεν πραμάτεια του. Με τις ελάχιστες εξαιρέσεις παραμυθίας που μας κρατάνε όρθιους.

    Το Ψ στη λέξη Ψυχή
    Τα έργα από μια τέχνη που έχασε το μεταφυσικό κέντρο της ή ένα οποιοδήποτε όραμα πνευματικό, κατά τον Λορεντζάτο, είναι έργα ακέφαλα και ο κόσμος μες σε τούτη την τέχνη ανημπόρετος και ομφαλοσκοπεί μες σε μια δαχτυλοδειχτούμενη απομόνωση. Ωστόσο, ορισμένοι αποδημητικοί αετοί πήραν διαζύγιο με τον κόσμο αυτό,9 επανευρίσκοντας ή ποτέ μη χάνοντας το δικό τους μεταφυσικό κέντρο και ξαναδίνοντας στον κόσμο το δικό του. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από αυτούς τους αποδημητικούς αετούς, που, από πολύ νωρίς έπιασε τις άκρες του κόσμου τούτου, έσκυψε πάνω στον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων,10 μάλιστα φλέγεται απ' τα πράγματα, γράφει ο Καρούζος, σε βαθμό τραγωδίας. Και αυτό είναι που συμβαίνει στον μεγάλο καλλιτέχνη και δεν μπορεί να συμβεί στο μικρό καλλιτέχνη, δηλαδή το χαρωπό δυστύχημα να διχάζουμε την ορμή μας. Ή αλλιώς, η καθαρότητα να υποφέρουμε.11 Και ο Σκιαθίτης υπέφερε εν σιωπή δια βίου.
    Υπήρξε αετός, το οικείο σχήμα του σταυρού ή της πτήσης, μα λαβωμένος αετός, που κατόρθωσε, καθημαγμένος, ωστόσο κατ' ουσίαν λευκοφόρος, να φτάσει στη φωλέα των ορέων του ή των υπογείων του. Και ήταν λευκοφόρος, γιατί κατά πώς το γράφει ο Ελύτης: «είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -«λευκοφόρος την διάνοιαν», που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. κι όταν το έχει διατρέξει ώς την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα».12 Ο Παπαδιαμάντης ήταν καθ' οδόν μες στο μαύρο, θαμπωμένος, όμως, από το φως της εξόδου. Προς την έξοδο βάδιζε, άλλοτε στο ημίφως, άλλοτε στο πλήρες σκοτάδι, κάποτε φωτισθείς από το μεταφυσικό ή το υπόσκαφο ερωτικό φως, τον Θεό ή τον άνθρωπο, σκόνταψε πάλιν και πολλάκις, όμως, όταν σκοντάψεις μια και καλή, γράφει ο Πεντζίκης, τότε ανταμώνεις το αρχικό Ψ στη λέξη Ψυχή, που ξεπερνά το ιδιωτικό σχήμα και τον κόσμο κατοικεί.13 Οταν ανταμώσει ο καθείς το αρχικό Ψ της δικής του Ψυχής είναι σαν να έχει ανταμώσει την ψυχή του κόσμου. Και ο Σκιαθίτης κατόρθωσε να ανταμώσει το κεφαλαίο Ψ της ψυχής του κόσμου.
    Απέναντι σε τούτη την αντάμωση δεν έβγαλε φτερά πλάνης και γι' αυτό δεν έλαβε αντιχάρισμα του κόσμου τούτου. Τα τερτίπια του σιναφιού δεν καταδέχτηκε, αληθινός στάθηκε, αδιαφορώντας για την κοινή επιπλέουσα γνώμη των ομοτέχνων του, δηλαδή μη ζητώντας να γίνει αρεστός. Χαράζοντας εν τέλει τον δικό του άβατο δρόμο. Γι' αυτό και λαμπάς φωτός υψώθηκε σε άγονους και ανέραστους καιρούς,14 αυτή η συμμαζεμένη και συνεσταλμένη ψυχή, η βαθιά ερωτική, η του κόσμου ερωτική και της αγάπης, που δεν εκτοξεύτηκε σε άνθρωπο, και για τούτο το πλησίον του σύμπαν αγκάλιασε, προκειμένου να αναπαυτεί. Και αναπαύτηκε. Στο πλάι των συναναστροφών στάθηκε και στο κελί της μοναξιάς του βυθίστηκε, σε σήραγγα κατέβηκε, που ήταν του Δερβίση. Του επί γης παρεπίδημου και μονάχου. Αδύναμος ένιωσε και ότι δεν επαρκεί ένιωσε. Οτι απλώς γράφει. Ισχυρός, ωστόσο, μες στην αδυναμία του, μα κείνος δεν το ήξερε: «Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις».15 «Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα», λέει ο Μικρός Ναυτίλος, αυτή την ψυχή που «μεταγλώττισε και στενογράφησε το λείο και το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου».16 Αυτή τη γραφή τη νιώθω ελεημοσύνη.

    Οι πόλεις των ποιητών
    Ο Σκιαθίτης άνοιξε τις φτερούγες της ψυχής και της γραφής του και σκέπασε όλους του φτωχούς και τους κατατρεγμένους, τους απόκληρους μιας κοινωνίας που σε τίποτα δεν διαφέρει από τη δική μας. Καθώς η υποκρισία και οι κοινωνικές συμβατικότητες δεν ήταν προνόμιο μόνο της δικής του εποχής, παρά μεταφυτεύονται ως ένα απαραίτητο γονιδιακό σύμπλεγμα στις κατοπινές κοινωνίες, που κάποτε αποβάλλεται από εξέχουσες ψυχές, όπως η δική του, μα τις περισσότερες φορές διατηρείται ως η προϋπάρχουσα πέτρα του αναθέματος. Ποιος ο Χριστός που θα τη βάλει στην άκρη; Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας δια Χριστόν και δια της γραφής σαλός. Ούτε καν σκέφτηκε να υψώσει πέτρα αναθέματος, παρά τις δέχτηκε στο σαρκίο του αλύπητα, στον εαυτό του και για λογαριασμό των άλλων. Εισέπραξε την οδύνη, τις αποπομπές, την απόλυτη μοναξιά. Δημιούργησε εκ κρυπτώ και εν σιωπή. Σήμερα, πολλοί από αυτούς που λιγώνονται στο άκουσμα του ονόματός του, που θα προβούν σε εκθειαστικές συνάξεις και φιλολογικά μνημόσυνα, ζήτημα είναι, εάν ζούσαν στην εποχή του, εάν του έριχναν ένα βλέμμα συμπάθειας ή αναγνώρισης. Οι σύγχρονοι εκθειαστές του ενδεχομένως να ήταν οι διώκτες του. Γιατί «Καμιά πόλη / δεν άντεξε τον ποιητή μέσα της / Καμιά / δεν μπήκε στον κόπο / να τον κοιτάξει στα μάτια / Οσο ζούσε / τον βασάνισαν / Οταν πέθανε / μόνο μεταθανάτια / τον δέχτηκαν / Οχι γιατί τον παραδέχτηκαν / ή έστω αποδέχτηκαν την ποίησή του /παρά γιατί προσέδιδε [...]».17
    Γιατί ο κόσμος δεν άλλαξε και «ενόει αυτός καλά από κόσμον, [...]. Και τυχερός να είσαι, κατάλαβες, καλό δεν σου λέγουν, μόνον «σου κάνουν πρόσωπο»,18 κι απ' οπίσω σου σκάβουν τον λάκκο. και άτυχος να είσαι, πάλιν «τύφλα!» σου φωνάζουν όλοι». Δεν θα τον ανέχονταν λοιπόν. Δεν θα άντεχαν το γεγονός ότι πήρε το μέρος των αδυνάτων, η κοινωνία δεν ανέχεται τους αδύνατους, αυτούς που ξεφεύγουν από τον κοντόφθαλμο μέσο όρο, η κοινωνία δεν αντέχει την αδυναμία, είτε της ψυχής είτε και του σώματος, νέους όρους θεσπίζει και ετικέτες βάζει, προκειμένου ένα δήθεν πρόσωπο ανοχής να υιοθετήσει, της προόδου προσωπείο, όμως, ούτε καν ανέχεται, βλέμμα λύπησης και αποπομπής δεν παύει να τους ρίχνει, βλέμμα που σκοτώνει, γιατί τους τσαλακωμένους δεν τους «χωρά» και εύσχημα ή άκομψα τους εκδιώκει. Τι άραγε άλλαξε από τότε;

    Η ελεημοσύνη της γραφής
    Ο Σκιαθίτης στάθηκε ασπιδοφόρος άοπλος, ενώπιον εκείνων των «[...] χλευαζόντων σκληρώς την αδυναμίαν».19 Στάθηκε σπλαχνικός έναντι των ανθρώπων εκείνων που, «[...] δεν ήσαν βεβαίως ούτε άγιοι ούτε φύσει κακούργοι. Ησαν αμαρτωλοί, υποπεσόντες κατά κόρον εις τα συνήθη και κοινά παρά πάσι πταίσματα».20 Στάθηκε απείρως επιεικής, μια ανοιχτή παλάμη της ψυχής. «Αυτός ο ταπεινός, ο λιγομίλητος, έλκεται προς τους ταπεινούς», γράφει η Ολγα Βότση, «εκεί βρίσκεται το σπίτι του, εκεί βρίσκεται η πατρίδα του και η καρδιά του».21 Ελκεται από τα ναυαγίων ναυάγια,22 από τους θαλασσοπνιγμένους23 της ζωής, από τους έως σήμερα άστεγους, που συνεχίζουν να ξενυχτούν στους άφρακτους νάρθηκες των εκκλησιών του κόσμου, που ευρίσκουν εκεί καταφύγιον, υπό την σκέπην24 των αγίων προστατών, αφού έχουν απολέσει προ πολλού την του κόσμου σκέπην.
    Eλκεται και από εκείνους τους «φτωχούς αγίους», από εκείνους τους ανώνυμους, που ευωδιάζουν τα σώματά τους, που κάποτε την αγιοσύνη τους μαρτυρεί μονάχα η ψυχή των ανθρώπων του λαού και όχι η επίσημη Εκκλησία. Προσκυνά αυτούς που δεν αναγνωρίστηκαν και ίσως δεν αναγνωριστούν ποτέ, είναι αναγνωρίσιμοι, όμως, «εις τους οφθαλμούς της ψυχής».25
    Eλκεται και σκύβει πάνω σε κάθε πονεμένο, ακόμη και αν το πονεμένο είναι ένα δέντρο. Πάλιν και πολλάκις έστρεψε το βλέμμα του στους βουβούς μάρτυρες του κόσμου τούτου, για να γίνει δυσάρεστος και αντιπαθής σε όσους θίγονταν. Η ιστορία των δέντρων, άλλωστε, επαναλαμβάνεται με την ίδια ασπλαχνία: «Ο ήλιος ήτον ως δύο καλαμιές υψηλά, [...] είτα ανήλθον ασθμαίνοντες εις του Ματαρώνα τον Πεύκον, όστις ίστατο τότε ακόμη εκεί και ευηργέτει τους οδοιπόρους με την παρήγορον σκιάν του εις την κορυφήν του υψώματος, πριν ασυνείδητος βάρβαρος, τη ανοχή ή τη ενοχή εκείνων τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του κόσμου, εκ περιτροπής εκλεγει άρχοντας και προστάτας του, ρίψη ασπλάγχνως κάτω το περικαλλές δένδρον και απογυμνώση το τοπίον του μοναδικού στολισμού του».26
    Eλκεται και άλλοτε λυγίζει μπρος στον μέτοικο του κόσμου, μέτοικος και ο ίδιος και ξενάκι, δερβίσης γίνεται, μα ξεπεσμένος, όπως αλλού άγιος, μα φτωχός άγιος, και ναυάγιο και δίχως στεφάνι. Τα στερητικά της ζωής απαλύνονται στη γραφή του. Ψηφίδες τα πρόσωπα, ψηφίδες και τα διηγήματα, ακριβό ψηφιδωτό και αναλλοίωτο.
    Γίνεται, λοιπόν, δερβίσης, άστεγος, ανέστιος, φερέοικος,27 γίνεται πλάνητας και υπερόριος. Γίνεται αυτός που δεν του επετράπη η του κόσμου είσοδος, αυτός που αγνοεί πού να υπάγη,28 που αιμωδιασμένος, βρεγμένος, κρυωμένος, σέρνεται εις τον επάνω κόσμον.29 Σέρνεται, και την ίδια ώρα στις σήραγγες της ψυχής και του μυαλού του κατεβαίνει, στο χαώδη λαβύρινθό του, για να ανέλθει έπειτα, με το ακριβό της γραφής και να το αποθέσει στα χέρια μας, Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ... Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ.30 Σφαίρα είναι ο κόσμος και γυρίζει, μα χαρά σ' εκείνον που ξέρει να τον γυρίζη, τον κόσμον αυτόν.31 Υιοθετεί το πρόσωπο της δυστυχίας και αναρωτιέται, όπως ο Αγιος στο Βλογημένο μαντρί του Κόντογλου, -Ε, και πού, σ' αυτόν τον κόσμο,32 πού άνθρωπος σ' αυτόν τον κόσμο να γυρίσει να κοιτάξει, πού άνθρωπος τη δυστυχία να ευσπλαχνιστεί, πού άνθρωπος να μην την προσπεράσει. Ποιος ο Σαμαρείτης που θα σταθεί και θα σκύψει.
    O,τι αναζήτησε ο Σκιαθίτης στο χοϊκό του περίγυρο είναι ό,τι αναζητά ο κόσμος σήμερα απεγνωσμένα και δεν το βρίσκει: «Εβάδιζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα εύρισκον ψυχήν συμπονούσαν εις την δυστυχίαν των».33 «Ε! δεν είναι άνθρωποι εδώ;».34 Τους ανθρώπους που αναζήτησε, τους ανθρώπους συνεχίζει να αναζητά και ο άνθρωπος σήμερα. Οι ανάγκες για ανθρώπινη επαφή δεν αλλοιώθηκαν, ούτε και ξεπεράστηκαν. Και εξακολουθεί -σήμερα, ίσως, όσο ποτέ- να φτάνει έως εμάς η ίδια, «η βαθεία, θρηνώδη φωνή του σαλεπτσή, [...] ως κρωγμός αγνώστου ορνέου, το οποίον είχε χάσει τον αέρα του, και είχεν ενσκήψει μέσα εις την πόλιν, κ' εζήτει αρπάγματα να σπαράξη.35 Ή ανθρώπους, για να βοηθηθεί. Και δεν τους βρίσκει.
    Και ίσως, λέει, ίσως, οι του Κάτω Κόσμου και το πνεύμα μιας άλλης εποχής ανίσως περιεφοίτα εκεί, και ηδύνατο να ίδη τον άμοιρον Δερβίσην, διωγμένον, εξωρισμένον, ανέστιον, ριγούντα ανά την στενωπόν, έρποντα αναμέσον δύο σειρών παλαιών οικίσκων, θα τον εσπλαγχνίζετο.36 Μα τώρα, απόκοσμος του κόσμου και εκδιωγμένος και ποιος θα γυρίσει στα μάτια να τον ανταμώσει και αν άφαντος γίνει, κι αν ζη, ή απέθανε, ή περιπλανάται εις άλλα μέρη, ή τυχόν ανεκλήθη από της εξορίας, ή τάχα επανέκαμψεν εις τον τόπον του, ποιος το ξέρει. Κανείς δεν ηξεύρει.37 Η ιστορία του δερβίση θα μαρτυρεί την ες αεί ιστορία των προσφύγων. Το πρόσωπο του δερβίση θα διασώζει το πιο αληθινό πρόσωπο του Παπαδιαμάντη.
    Eλκεται από αυτούς που τους είπαν «αμαρτωλούς», από αυτούς που αστόχησαν, από κείνον που, όπως ο ίδιος, επνίγετο καθημερινώς εις τον πυθμένα του ποτηρίου,38 πάνω τους σκύβει και τους λυγίζει, απόκληρος ο ίδιος, για τους απόκληρους του κόσμου μιλά, τα πιο γνήσια παιδιά του Θεού. Ψάλλει της γραφής μνημόσυνα, ακόμη και γι' αυτούς που η επίσημη Εκκλησία δε θα τους ψάλει, αυτούς που την οδύνη του κόσμου δεν την άντεξαν, παρά στο σκότος βυθίστηκαν, δίχως να προλάβουν την πρόγευση του φωτός, που, κλονισμένοι, στην απόλυτη απόγνωση κατέφυγαν και από κει δεν κατάφεραν να ορθωθούν, παρά ποντίστηκαν παρακάτω. Τους ψάλλει, τροπάρια και απολυτίκια, τους ψάλλει διηγήματα και χαμηλόφωνα ποιήματα, μικρές ή μεγάλες υπόσκαφες πολιτείες, όπως εκείνες δίπλα από την Καισάρεια. Ψάλλει τους αυτόχειρες, αφού δεν ήτο κανείς ισχυρός ενδιαφερόμενος, δια να εκβιάση την «ελαστικότητα» των νόμων και των κανόνων, τους ψάλλει μαζί με τις γερόντισσες, τις χήρες, τις κόρες του λαού, τους αγυιόπαιδες, μαζί με αυτούς που δεν εξέχουν στην κοινωνική κλίμακα, όπως η έρμη εκείνη ξένη, που εύρε τον πικρόν θάνατον εκουσίως εις την άλμην του κύματος.39 Τους ψάλλει, και τα τροπάρια της Νεκρώσιμης Ακολουθίας διήγημα γίνονται, όπου μέσα εκτοξεύεται και ξορκίζεται ο πόνος και της δικής του ψυχής.
    Ελκεται από τους συκοφαντημένους και τους αδικημένους, από αυτούς που πηγαίνουν μαζί με τους Μάρτυρας,40 από αυτούς που είναι τα εύκολα και εύλογα θύματα της όποιας εξουσίας -και της εκκλησιαστικής: «Εως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;41 Εως πότε; αναρωτιέται και γνωρίζει την απάντηση. Γι' αυτό συνεχίζει να γράφει, υπερασπιζόμενος τους μη έχοντας φωνή και τους μη ανευρίσκοντας ακρόαση, αυτούς που δεν υπήρχε πλέον άσμα ούτε φθόγγος ούτε ήχος ικανός να εκφράση το τι υπέφεραν,42 αυτούς που υποφέρουν εν σιωπή.43 Ελκεται από κείνον που είναι κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού, που ήτο εκ γενετής κατάδικος,44 έλκεται από τη ματωμένη του καρδιά,45 γιατί γνωρίζει ο ίδιος και το νιώθει, αυτός ο ανίατος, αυτός που ο πόνος ηγρύπνει εντός του,46 γνωρίζει ότι ο πόνος θα είναι η ζωή του.47 Οπως και ήταν.
    Κανένας δε μίλησε για τη Ρωμιά όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,48 γράφει ο Λορεντζάτος. Και μίλησε έτσι, από καρδιάς δηλαδή, γιατί μόνο αυτός, όπως και ο Σολωμός, ακολούθησαν αντικανονικό δρομολόγιο: δηλαδή «ανέβηκαν» έως τον λαό.49 Και ήταν φυσικό να χαριστεί σ' αυτούς αυτή η «ανάβαση», γιατί οι υπόλοιποι, αυτοί που μας έχουν και σήμερα από παντού και παντοιοτρόπως κατακλύσει, αυτοί οι άνθρωποι που λιάζονται αμέριμνα στην όχθη του ποταμού, αυτοί που «κάνουν τέχνη», δεν μπορούν ποτέ να νιώσουν τον φριχτό κραδασμό μιας τραγικής πτώσης σ' ένα αβυσσαλέο βάραθρο, δεν μπορούν να νιώσουν τον άπειρο πόνο στα πόδια και στα χέρια που τσακίζονται. Μόνο η άβυσσος μπορεί να καταλάβει την άβυσσο,50 γράφει η Βότση. Και ο Παπαδιαμάντης υπήρξε εγκάθειρκτος της αβύσσου κι ας ατένιζε το φως. Το ένιωθε να τον ζεσταίνει από ψηλά, βυθισμένος σ' ένα φρέαρ, που δεν πνιγόταν μεν, όμως το φως το έβλεπε μες απ' το σκοτάδι. Εγκλειστος στο φρέαρ του και στα τοιχώματά του, μα ακριβώς αυτός ο εγκλεισμός τού επέτρεψε να σταθεί με άπειρη επιείκεια ενώπιον της ανθρώπινης ψυχής, γιατί ήταν και ο ίδιος κρημνισθείς στην ίδια άβυσσο. Ετσι έγραψε. Καθημαγμένος και κρημνισθείς και εντός του φρέατος. Λουσμένος, όμως, από φως.
    Μπλέκεται στους πονεμένους της Δεύτερης Ανάστασης, είναι η σκιά της γυναίκας τούτης που δεν ετόλμα να πάγη ν' ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας δια ν' ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Εκείνης, που ήθελε να ήτον τρόπος να κρυβή [...], που εφοβείτο μήπως γυρίσουν και την κοιτάξουν. Είναι τα δάκρυα εκείνης, που η ζωή της όλη μια χοϊκή Μεγάλη Παρασκευή, εκείνης που έκλαιε μέσα της και εμελετούσε να πάγη κι αυτή [...] ν' ασπασθή κλεφτά κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, [...] της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Της ήρχετο παλμός.51 Και έμενε πίσω, στα μετόπισθεν των πιστών, εκεί, ως αποσυνάγωγος και αμαρτωλή, λες και Εκείνος δεν ήρθε να ευαγγελιστεί την ανοιχτή αγκάλη προς όλους, όμως, εμείς, οι δήθεν και όποιοι εκλεκτοί του, φροντίσαμε με τρόπους παντοίους να εκδιώξουμε τον πλησίον. Για τούτο και αυτή, που έβλεπε τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των άλλων, ως μίασμα και ως περιπεσούσα, αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, [...], και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς, [...] τότε και η πτωχή αυτή [...] εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φως ίσα με την παλάμην της, κ' έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.52 Στεκόταν μακρόθεν λοιπόν και μη τολμώσα. Τους αυτονόητους συνειρμούς, τους βιβλικούς εννοώ, τους κάνει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, τους σκορπά εδώ και εκεί μες στα γραφόμενά του ως καταγγελία και άνευ δισταγμού, για να καταγγείλει την αδιανόητη αναλγησία των ανθρώπων που απλώς θρησκεύουν, τη δική μας αναλγησία, για να μεμφθεί την απομάκρυνσή μας από της Αγάπης το πρόσωπο, για να κραυγάσει τη δική του απογοήτευση και ανημπόρια μπρος στις κλειστές θύρες του κόσμου.
    Αναρωτιέται ο Unamuno στην «Αγωνία του Χριστιανισμού», έργο στο οποίο αρμόζει η επιστροφή -της ανάγνωσης εννοώ-, μα μήπως οι Αδελφοί Καραμαζώφ δεν είναι Ευαγγέλιο;53 Μα μήπως τούτο, μα και άλλα πολλά, διηγήματα ή και ψήγματα του Σκιαθίτη, δεν είναι Ευαγγέλιο, δεν σε υποχρεώνουν πάνω τους να σκύψεις και να τα ασπασθείς;
    Η γυναίκα τούτη, η «δίχως στεφάνι», η καταδικασμένη στον κοινωνικό στιγματισμό και την περιθωριοποίηση, προσέφερε και αυτή το θυμίαμα των δακρύων της μακρόθεν, γιατί τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.54 Και την Κυριακήν το πρωί, βαθιά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της, και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους, κ' έβλεπε κ' εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρου φρου από την εκκλησίαν, φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι' όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως. Και αυτή έκλαιε κ' εμοιρολογούσε.55
    Και μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών δια την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, [...]. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και δια της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα. Γιατί εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι για τις κυράδες, η δευτέρα για τις δούλες. Και εκείνη εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν, μήπως την κοιτάξουν, και δεν εφοβείτο την ημέραν, να μην την ιδούν. Διότι οι κυράδες την εκοίταζαν, οι δούλες την έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δεν ήθελεν ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν την υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.56
    Oμως, η Χριστίνα η Δασκάλα το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισείρπεν εις τον ναόν, δια ν' ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζί με τις δούλες και τις παραμάνες. Αλλ' Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν.57 Οι λεπτομέρειες της έξωθεν περιγραφής, ενισχύουν και υπογραμμίζουν το ένδον δράμα. Ο λόγος στέκεται στις κινήσεις του σώματος, σε αυτές που έγιναν και σε αυτές που «δεν», παύσεις κάνει και επιβραδύνεται, για να λαξεύσει έτσι τις κρυφές πτυχές της ψυχής. Για να καταδείξει περισσότερο τον αποκλεισμό και τη μοναξιά. Για να καταγγείλει την απόρριψη. «Το μάτι του», γράφει η Βότση, «εισχωρεί [...], όχι για να μας περιγράψει μόνο τα πράγματα, μα για να φωτίσει καρδιές που αγωνιούνε, που φοβούνται μές στη νύχτα, που κλαίνε». Για το λόγο τούτο, από «αληθινή αγάπη» και μόνο, είναι που «ο λόγος του σκίζει σα μαχαίρι».58 Η δίχως στεφάνι δικαιώθηκε κάπως αργά, όπως και αυτός ο ίδιος που τη σπλαχνίστηκε.
    Το διήγημα τούτο μαντήλι γίνεται και μια αγκαλιά γίνεται, μαντήλι τα δάκρυα να σκουπίσει και μια αγκαλιά, αγκαλιά να αγκαλιάσει, από αυτόν που αγκαλιά δεν γνώρισε. Ομως, τούτος είναι ο Σκιαθίτης. Τολμά να πονέσει για τους άλλους και επομένως, να θίξει αυτούς που ασκούν την όποια εξουσία, εξοστρακίζοντας τον αναγκεμένο από τον μοναδικό ίσως τόπο της παραμυθίας του. Τολμά να γίνει δυσάρεστος και αντιπαθής, εχθρούς να ξεσηκώσει και με τις συμβάσεις να τα βάλει, αυτός, ένας από τους τελευταίους γνήσιους επί Γης μαθητές του Χριστού. Οι περισσότεροι, καθώς η κοινωνία είμαστε εμείς, είμαστε οι χριστιανοί της πρώτης Ανάστασης, και όχι οι αστεφάνωτοι χριστιανοί της δεύτερης, της Ανάστασης των δούλων, των απόκληρων γυναικών, των αποδιοπομπαίων της κοινωνίας. Εμείς ανήκουμε στην πρώτη Ανάσταση, τον Παπαδιαμάντη θα τον ανταμώσουμε φωτισμένο στο ημίφως της δεύτερης, σε μια γωνιά να σιγοψάλλει τα αναστάσιμα τροπάρια, μουσκεμένο σε μια μετάνοια καθ' οδόν, που κράτησε όσο και η χοϊκή παρουσία του.
    «Κανένας άλλος στα νεώτερα χρόνια», γράφει ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, «δεν μας δίδαξε σαν τον Παπαδιαμάντη να ονομάζουμε και να δεχόμαστε όλα τα πλάσματα και τα πράγματα».59 Γιατί κανένας ίσως άλλος δεν ύψωσε τη γραφή ως την ελεημοσύνη. Και «η ποίηση» δεν θα πάψει να είναι «ελεημοσύνη στην παλάμη ενός κόσμου κουλού»,60 γράφει ο Αργύρης Χιόνης.

    Ενα όρος Σαραντάριο
    Ο δρόμος του δεν ήταν λεωφόρος, παρά ήταν χωματόδρομος, δεν περπάτησε στο ίσωμα, παρά ανέβαινε, μέρα τη μέρα, ένα όρος Σαραντάριο, που ήταν η ζωή του, ήταν και η γραφή του. Και οι εκκλησιές του δεν ήταν οι μητροπόλεις, ούτε και οι περίλαμπροι τόποι, όπου μεσουρανούσε η «θύραθεν» εξουσία, παρά τα ταπεινά ξωκλήσια, όπου μεγαλουργούσε η απλότητα και ο πόνος των μικρών και ταπεινών: «Ο λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας και χωρία, μη έχων πόρους να κτίση μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτισε πολλάς και πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του, «μνημονεύων των επί γης διατριβών», καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά».61 Αυτή τη δυσκολεμένη ζωή σκύβει και προσκυνά, αυτούς τους πενιχρούς επιταφίους των μικρών αγροτικών ναΐσκων, αυτούς που δεν είχαν ανάγκην άλλης πολυτέλειας.62 Και την ίδια ώρα μέγιστο μάθημα δίνει σε όλους της απλότητας και της ουσίας που χάθηκε και μέσα από την Εκκλησία.
    Χτυπά με τον τρόπο της γραφής την επίπλαστη πολυτέλεια, τη μη αρμόζουσα, την περιττή, την προκλητική, χτυπά και όσους έχουν απολέσει το κέντρο της θρησκευτικής ζωής και το έχουν αναγάγει σε εξωραϊσμό του τόπου, σε περικαλλείς και υπέρλαμπρους ναούς, ναούς, από όπου ίσως και να απουσιάζει το ταπεινό πρόσωπο του Χριστού. Στρέφεται ενάντια σε όσους έχουν χάσει την απλότητα του θρησκευτικού βιώματος, σε όσους απώλεσαν την πίστη, φορτώνοντάς την με περιττά ψιμύθια, ακριβώς γιατί είναι πιο εύκολο να ευπρεπίσεις τα κτίσματα, παρά να σκύψεις μες στην άβυσσο της ψυχής σου. Δε στιγματίζει την περιπεσούσα γυνή, στηλιτεύει, όμως, την ψευτομετάνισσα,63 και στο πρόσωπό της στηλιτεύει ευθαρσώς την άκρατη υποκρισία που ελλοχεύει στους κόλπους την θρησκευόντων. Στηλιτεύει το ναρκισσισμό της πίστης και τη λανθάνουσα υπερηφάνεια, την αλαζονεία κάποτε και την αυτοπροβολή, μα πόσο εύκολο είναι κανείς να αυτοθαυμάζεται και να αυτοθωπεύει την άκρατη συγκατάβασή του. Πόσο εύκολο είναι να πειστεί για την «αγιοσύνη» του. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν ακίνδυνος, δεν υπήρξε αφελής, ούτε και συμβιβάστηκε. Είναι ένας τολμηρός στη γραφή, όσο «άτολμος» στάθηκε στη ζωή. Για αυτή την αδυναμία αγαπιέται. Γιατί νιώθεται.

    Και εγώ σοκάκι είμαι…
    Αν υιοθετήσει κανείς μια οριζόντια ματιά θα καταλήξει σε όσα προηγήθηκαν. Στο ότι ο Παπαδιαμάντης στάθηκε σπλαχνικός και ελεήμων ενώπιον των προσώπων που αντίκριζε καθημερινά, αλλά και αυτών που διασώθηκαν εντός της μνήμης του. Καθώς η μνήμη συνεχίζει να κατισχύει ως έκτη αίσθηση. Τούτο αποτελεί το «κέλυφος» ή το άλλοθί του. Εάν, όμως, διασχίσει τούτο τον οριζόντιο άξονα των προσώπων και των πραγμάτων, εάν επιχειρήσει να διαρρήξει το «μανδύα» και να υπάρξει εντός της ρωγμής ή της τομής εκείνης που θα τον φέρει στον «πυρήνα», θα διαπιστώσει ενδεχομένως ότι ο Σκιαθίτης, γράφοντας για τους άλλους, τον εαυτό του σκιαγραφούσε. Και ότι στων άλλων τα πρόσωπα, το δικό του πρόσωπο σαρκώθηκε. Εγραφε, για να σωθεί, έγραφε γιατί ανέπνεε προς τα έσω, γιατί έζη μόνον ζωήν ενδόμυχον.64 Και επειδή ζούσε μια τέτοια ζωή, και καθώς επέλεξε ένα κελί για το σαρκίο και την ψυχή του, έγινε ο λανθάνων ήρωας των διηγημάτων του. Τη δική του ψυχή αναγνώρισε μες στον πόνο και τη δυστυχία των άλλων. Και με τον τρόπο της γραφής τη διέσωσε.
    Hτο ο ίδιος ο πλάνης και άστεγος.65 Αυτός που δεν είχε στουν ήλιο μοίρα.66 Ητο ο ξένος, αυτός που επέστρεψε στον οικείο τόπο, αυτός που εισήλθε δειλός εις το χάλασμα εκείνο, που εισήλθεν ασκεπής, κρατών τον πίλον εις τας χείρας, που εγονάτισε, και προσκύνησε, κ' εστήριξε το μέτωπον επί των ψυχρών λίθων της γωνίας εκείνης, και αφού έμεινεν επί τρία λεπτά γονυκλινής, ηγέρθη, εσπόγγισε, τους οφθαλμούς του, και απεμακρύνθη βραδέως.67 Ηταν αυτός που μακρόθεν προσκυνούσε τις μνήμες της νήσου του και μούσκευε τις χάρτινες πλάκες της γραφής του, νοσταλγώντας αθεράπευτα τον παιδικό χρόνο, μα και τον ομφάλιο τόπο, μες στον άξενο τόπο και χρόνο του ενήλικα. Ηταν αυτός που επέστρεφε, μέσα από τα διηγήματά του, συνέχεια επέστρεφε σε κείνο τον τόπο και σε κείνο τον χρόνο, αφού άλλος τρόπος να επιστρέψει δεν υπήρχε. Αφού άλλη επάνοδο στον εαυτό του δεν επέτρεψε. Παρά μονάχα αργά.
    Λυγίζοντας μπρος στη μοναξιά των ανθρώπων, από τη δική του μοναξιά γονάτιζε. Γιατί ο ίδιος ένιωθε πως «κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον», και «ποίος να τον αγαπήση αυτόν»68 και πως «ήτο έρημος».69 Και κάποτε δεν έχει πια ανάκαρα, κουράγιο δεν έχει και αφήνεται και βυθίζεται εντός της χιόνος και υπό το κράτος της άκρας ταπείνωσης. Μα πριν, προφταίνει να ψελλίσει, ηττημένος -ή μήπως νικητής, όπως και εκείνη η Χαναναία, «Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι».70 Πόσες φορές το διέσχισα το διήγημα και άλλες πόσες το διέρρηξα, κι ούτε μία δεν στάθηκα πάνω στο κρυφό παράπονο τούτης της ανθρώπινης κραυγής. Ούτε μια δεν διέγνωσα τον καημό της. Την απόγνωση, τη θλίψη, την άκρα μοναξιά. Σαν να μην την είχα διαβάσει. Μα τώρα σκόνταψα για τα καλά.
    Η κραυγή τούτη, ανθρώπου εγκλωβισμένου στο χιόνι, στη μοναξιά του εγκλωβισμένου, αφοπλίζει με την αλήθεια και τη διαχρονικότητά της. Ενσαρκώνει την ίδια εγκατάλειψη που νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος ως κομμάτι του άξενου κόσμου που τον περιβάλλει. «Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι», επάνω, στη θαλπωρή της οικίας υπήρχε ζωή, έξω βασίλευε η μοναξιά, έξω ήταν αυτός, ανυπεράσπιστος και εγκαταλελειμμένος, επάνω, όμως, «ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Αη Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος».71 Εξω χτυπούσε ακόμη η καρδιά του μονάχου. Το αστικό σύμπαν που έκλεισε τα παραθυρόφυλλα και τη θύρα στον μπαρμπα Γιαννιό τον Ερωντα είναι το ίδιο ακριβώς -και κατά πολύ χειρότερο- που κλείνει και σήμερα τις θύρες και τα παραθυρόφυλλα από τον φόβο, την αδιαφορία ή την προκατάληψη. Ο έρωτας, θαρρώ, στάθηκε η αφορμή -ή μήπως η βαθύτερη αιτία- για τον Σκιαθίτη, φωνή να δώσει σε τούτη την κραυγή και σε όλα όσα φώλιασαν μέσα της. Μια φωνή λαβωμένη και γι' αυτό φλέγουσα, η φωνή του σύγχρονου "πλησίον". Ο Παπαδιαμάντης κρύβεται για μία ακόμη φορά πίσω από τον ήρωά του, βυθίζεται μαζί του, με την ελπίδα του εξαγνισμού του ενώπιον του Θεού του, αφού από τους ανθρώπους εκδιώχτηκε. Φωνάζει μαζί του, «Μην με προσπερνάτε». Και το σοκάκι τούτο ψυχή έχει και η ψυχή του φωνάζει, «ναι, Κύριε, και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων».72 Και έτσι «απήλθε με την ελπίδα να εύρη εις άλλον κόσμον ολιγωτέραν»73 σκληρότητα ή αδιαφορία, αφού ψίχουλα ζήτησε από τους ανθρώπους και ούτε αυτά δεν πήρε.
    Στράφηκε έπειτα στον Θεό και από εκεί τα παίρνει, άρτο λαμβάνει, τον άρτο της γραφής. Γι' αυτό και συνεχίζει, αυτοπροσωπογραφίες να δίνει με χρώματα σκαιά: «Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσαν, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Επιε δια να σταθή, έπιε δια να πατήση, έπιε δια να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος».74 Εις το εξής θα διολισθαίνει ες αεί σε τούτο το χοϊκό έδαφος. Με το 'να πόδι εδώ και με τ' άλλο «γι' αλλού ξεκινημένο».75
    Και σέρνει τα βήματά του στα σοκάκια της μεγάλης πολιτείας και στις ρύμες και στα δαιδαλώδη καλντερίμια της και μέσα σ' αυτά τη ζωή του πλέκει και στους διαβάτες τους το άγρυπνο βλέμμα του με πραότητα αφήνει. Σαν χάδι λίαν αγαπημένου. Καθώς να βοηθήσει κανέναν τους δεν το μπορούσε. Δεν είχε τρόπο. Ούτε και τον εαυτό του δεν είχε τρόπο να βοηθήσει. Είχε, όμως, στα χέρια του τον τρόπο της γραφής και τούτη την ελεημοσύνη απλόχερα τη σκόρπισε. Ξορκίζοντας τη θλίψη, τον Θεό ζητώντας μέσα στα μάτια των άλλων. Εγραφε, μα και τον Θεό έψαχνε. Για να τον κρατήσει όρθιο και να του γνέψει μέσα στη σιωπή και στην απόλυτη απουσία. Εγραφε, για να ξαναζήσει ό,τι χάθηκε οριστικά ή για να ζήσει δια της γραφής και ό,τι δεν έζησε. Εγραφε συμπονώντας και κυριολεκτικά πάσχοντας. Εγραφε «μεθ' έρωτος»76 και ο έρωτάς του κατέκλυσε τον ίδιο και τον κόσμο του. Για τούτο και διαρκεί.
    Κάτω από κάθε λιθαράκι του Θησείου και της Πλάκας, στα μικρά ξωκλήσια της νήσου, μα και στα εκκλησάκια γύρω από την Ακρόπολη, τα πατήματά του διακρίνονται, μα και τ' αχνάρια της ψυχής του. Αυτά που τον οδήγησαν μονάχο ενώπιον «του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου».77 Εκεί στέκεται και περιμένει το έλεος, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, για να μαρτυρεί πως «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου»,78 όπως έγραψε ο Αγιος Αυγουστίνος, άβυσσος, και ποιος εσύ που θα προδικάσεις τον πλησίον σου και θα τον κατατάξεις στους αγίους ή τους αμαρτωλούς, ποιος είσαι εσύ, ο αγνοών την ίδια την ψυχή σου. Πώς θα μιλήσεις για τον άλλον;
    Για τούτο θέλχτηκε ανεπανόρθωτα από τις συγγενείς ψυχές και τους πονεμένους, όπως αντίστοιχα ο Ρώσος, σαλός και εκείνος δια Χριστόν και δια της γραφής και εκεί πάνω αφέωνται θα τους πουν, τους είπαν δηλαδή, γιατί συνορεύουν οι ψυχές τους με τους αγίους, και λευκοφόρες είναι, ας είν' και καθημαγμένες, ποιος άγιος αναίμακτος εισήλθε, «ανέσπερος έλλην» αυτός ο Σκιαθίτης κατά τον Καρούζο, ανέσπερος κι ο Ντοστογιέφσκι, την παραμυθία ενδύθηκαν οι δυο τους, τον «πόνο κρατώντας στο σωστό το ύψος»,79 μα το ένδυμά τους το ματωμένο δεν το απεκδύθηκαν έως του τέλους.

    Eξοδος
    «Κάτω εις το βάθος, εις τον λάκκον, εις το βάραθρον, ως κελάρυσμα ρύακος εις το ρεύμα, φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα, ως μύρον, ως άχνη, ως ατμός, θρήνος, πάθος, μελωδία, ανερχομένη επί πτίλων αύρας νυκτερινής, αιρομένη μετάρσιος, πραεία, μειλιχία, άδολος, ψίθυρος, λιγεία, αναρριχωμένη εις τας ριπάς, χορδίζουσα τους αέρας, χαιρετίζουσα το αχανές, ικετεύουσα το άπειρον, παιδική, άκακος, ελισσομένη, φωνή παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος».80 Αυτή υπήρξε η φωνή του Σκιαθίτη στην ελληνική λογοτεχνία. Μια φωνή εκ βαθέων που, μ' όλο τον μετεωρισμό της πάνω από την άβυσσο, λαχταρούσε την επάνοδο του έαρος, την επιστροφή ή την ανάβαση της ψυχής στον απολεσθέντα παράδεισο. Παραπαίοντας κάποτε μεταξύ των δύο ισχυρών ρευμάτων, από τη μια το «θύραθεν» από την άλλη το «εκκλησιαστικό». Διασώζεται, όμως, λόγω της αλήθειας που κουβαλά. Συμφιλιώνεται εντός τους και κολυμπά ανάμεσα, ομολογώντας την αδυναμία του να προσκολληθεί στο ένα από τα δύο άνευ όρων. «Προσεπάθησα να δεηθώ αλλ' ερέμβαζον», γράφει στη «Φαρμακολύτρια», και την ίδια ώρα ορίζει τον τόπο, όπου πρέπει να τον αναζητήσουμε, ενσαρκώνει και αυτός αυτό που ο Κ.Καβάφης ονόμαζε «εν μέρει και εν μέρει», όπως και άλλοι προγενέστεροι, μα και κατοπινοί του. «Πολλοί άλλοι», γράφει ο Ελύτης, «με τις ίδιες αποσκευές έμειναν εδώθε, χωρίς να περάσουν τη γέφυρα». Εκείνος, όμως, «πέταξε ως και το ρούχο του ακόμη για να την περάσει, και να μπορούμε σήμερα εμείς να βλέπουμε, πίσω από την κοσμία του διαγωγή, τον αγιογράφο των μορφών του φυσικού κόσμου, τον ελεύθερο σκοπευτή των οπισθοδρομικών αντιλήψεων της εποχής του».
    Oπως είπε ο Κώστας Γανωτής, «ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι σαν τον Χριστό του Σινά. Με το ένα μάτι κοιτάει λαίμαργα τη ζωή και με το άλλο κοιτάει το θείο». Γι' αυτό και αγαπιέται, γι' αυτό το λευκό σημάδι που διέσωσε. Επειδή, βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Εχει τους αγίους της και τ' αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της και χρειάζεται να 'σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της, χρειάζεται να της αφεθείς. Και εκείνος αφέθηκε.


    Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

    Όλη η αλήθεια για το ξύλο που πέφτει στα Ιεροσόλυμα Posted by genesisxresearch on Ιανουαρίου 2, 2012

    Όλη η αλήθεια για το ξύλο που πέφτει στα Ιεροσόλυμα
    Posted by genesisxresearch on Ιανουαρίου 2, 2012
    Posted in: Ήθη και Έθιμα,Απόψεις,Αποκαλύψεις,Ασφάλεια & Υγεία,Αφιερώματα,Δικαιώματα,Εγκληματικότητα,Ειδήσεις,Ελλάδα,Ελλάδα & Εχθροί,Ελληνική Παράδοση,Θρησκείες,Θαύματα,Θεωρίες,Ιστορία,Κυβερνήσεις,Λέσχη Bilderberg,Μαρτυρίες,Ορθοδοξία,Πατριωτισμός,Παγκοσμιοποίηση,Πνευματικά Άρθρα,Συνωμοσιολογίες,Σιωνισμός-Μασωνία,Τεκτονισμός. Tagged: πρώτης προτεραιότητος. Οι εκκλησιαστικοί ταγοί στις ανταλλαγές επισκέψεων και φιλοφρονήσεων προς τους Αρμε�,πως θα αλλάξει η κατάσταση; Οι πνευματικοί και οι Γεροντάδες στον κόσμο,που ήδη αδικεί τους Αγιοταφίτες. Οι τοπικοί άρχοντες,που αποτελούσαν τον κορυφαίο θεσμό διοικήσεως της Εκκλησίας. Το καθένα από τα πέντε Πατριαρχεία είχε τοπικά �,που μας συντήρησαν επί αιώνες. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΗΓΗ: http://anti-ntp.blogspot.com/2012/01/blog-post_2761.html,στη χώρα μας στα λεφτά μας και να μην μιλάμε οπότε ποιος ασχολείται με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και με τα δι,στους οποίους οφείλεται η οικοδόμηση και η ανάδειξη όλων σχεδόν των προσκυνημάτων,την γνωστή "Πενταρχία" των Πατριαρχών (Ρώμης,την κληρονομιά μας,τις αξίες,τους πατρογονικούς θησαυρούς μας,ως ένα από τα πέντε Πατριαρχεία,όπως έχουν και όλες οι Μητροπόλεις και επισκοπές. Απαγορεύεται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες,Όλη η αλήθεια για το ξύλο που πέφτει στα Ιεροσόλυμα Επιτέλους μην χτυπάτε τους αγιοταφίτες μοναχούς στα Ιερο�,όλοι εμείς θα έπρεπε να νιώσουμε περήφανοι που οι παρόντες Έλληνες αντιστάθηκαν στο ξύλο των Αρμενίων,Αλεξανδρείας,Αντιοχείας,Ιεροσολύμων),Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως,ένα είναι σίγουρο ότι σύντομα θα βρισκόμαστε με όλο και λιγότερα δικαιώματα.Ο καθηγητής Α.Π.Θ. Θεόδωρος Ζήσης,από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους,αριθμητικά και πνευματικά,ας φροντίσουν να ενισχύσουν την πολύ καλή Πατριαρχική σχολή της Σιών (Γυμνάσιο και Λύκειο) με την εγγραφή μαθ�,ας κατευθύνουν μερικά πνευματικά τους παιδιά προς τα Ιεροσόλυμα. Είναι εγωισμός να τα θέλουν όλα γύρω τους. Ο�,ακόμη και οι προοπτικές περαιτέρω σπουδών σε ελληνικά πανεπιστήμια,αλλά όχι να προσβάλλεται και η ιστορική ευαισθησία της πλειονότητος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι επίσκοποι και �,αλλά ιδιαίτερα από την εποχή το Μ. Κωνσταντίνου και της μητέρας του της αγίας Ελένης,αλλά με την σχολική παιδεία και την αδίστακτη τηλεοπτική καταστροφή των αξιών,αν δεν θελήσουν να γίνουν κληρικοί και μοναχοί,για την οποία όντως αξίζουν την συμπάθειά μας,για να συνετισθούν και οι Λατίνοι,δήμαρχοι κ.ά.,δεν θα έχουν τίποτε μέσα τους,διότι αν δεν το έκαναν,διότι θα έχουμε σκοτώσει τη μνήμη τους,επειδή είναι κρυφή και αδιόρατη. Δεν γίνεται με όπλα,είχε και έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί της Αγίας Γης της Παλαιστίνης,ει δ' άλλως να διακόψουν κάθε σχέση και κάθε διάλογο,η πρέπει να αντιληφθούν ότι η διατήρηση των Παναγίων Προσκυνημάτων είναι μείζον εθνικό και εκκλησιαστικό θέ�,η χειρότερη γενοκτονία,θα έλθουν άλλοι να τα κληρονομήσουν και μεις θα μείνουμε με άδεια χέρια. Δεν θα μπορούν ούτε τα παιδιά μας να ξ,και που τώρα απρόσεκτα αφήνουμε να περιφρονούνται και να ατιμάζονται με την δική μας συνέργεια. Αν αδιαφορήσ�,και ως εκ τούτου "ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος". Η θανάτωση της μνήμης των νέων είναι ο μεγαλύτερος και πιο,και κατ' ακολουθίαν αναγνωρισμένη πλήρη κυριότητα εφ' όλων σχεδόν των Προσκυνημάτων,και μάλιστα από κανόνες Οικουμενικών Συνόδων που υπογράφτηκαν από όλους,καλούμενοι κάθε χρόνο στις τελετές των Αρμενίων για την γενοκτονία από τους Τούρκους,λειτουργεί αποτρεπτικά προς άνομες διεκδικήσεις και εκδηλώσεις. Και προ παντός να προσευχόμαστε όλοι μας να,μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Δυνατή Αγιοταφιτική Αδελφότητα,νέο δυναμικό,να βρουν τρόπο να δείξουν την δυσαρέσκεια τους. Καλές είναι οι δημόσιες σχέσεις και οι ψηφοθηρίες προς τις με�,νομάρχες,οι πολύτεκνοι αλλά και οι ολιγότεκνοι γονείς,οι Αρμένιοι θα αποκτούσαν κι άλλο έδαφος καικάποια στιγμή θα βρεθούμε έξω από το ναό. Αυτό δεν έχει γίνει μια �,οι ουδέποτε εγκαταλείψαντες τα σχέδια τους και αναμένοντες την κατάλληλη ευκαιρία να ανατρέψουν προς περαιτ. Γράψτε ένα σχόλιο
    Όλη η αλήθεια για το ξύλο που πέφτει στα Ιεροσόλυμα
    Επιτέλους μην χτυπάτε τους αγιοταφίτες μοναχούς στα Ιεροσόλυμα. Δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που προσπαθούν να περισώσουν ότι έμεινε από την περιουσία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εμείς να είμαστε απέναντί τους και να τους κατηγορούμε για τραμπουκισμό. Ε όχι δεν είναι…. τραμπούκοι όταν παλεύουν να κρατήσουν τα δικαιώματά του Πατριαρχείου στα προσκυνήματα. Δεν είναι τραμπούκοι όταν αντιστέκονται στις προκλήσεις κυρίως των Αρμενίων που προσπαθούν να πάρουν ότι μπορούν για να καθιερωθούν στον Πανάγιο Τάφο ως Παντοκράτορες.

    Δεν είναι δυνατόν να βάζουμε τα χέρια μας και αν βγάζουμε τα μάτια μας . Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε αυτό το λάθος για άλλη μια φορά και να βλέπουμε τα γεγονότα αφ υψηλού επιτρέποντας στον κάθε ένα να απειλεί την παρουσία των Ελλήνων στα Πανάγια προσκυνήματα.

    Με αφορμή την πριν από λίγες μέρες επίθεση των Αρμενίων στους Έλληνες στο ναό της Βηθλεέμ την ημέρα δηλαδή που ήταν η σειρά των Ελληνορθόδοξων να καθαρίσουν το ναό , όλοι εμείς θα έπρεπε να νιώσουμε περήφανοι που οι παρόντες Έλληνες αντιστάθηκαν στο ξύλο των Αρμενίων, διότι αν δεν το έκαναν , οι Αρμένιοι θα αποκτούσαν κι άλλο έδαφος καικάποια στιγμή θα βρεθούμε έξω από το ναό. Αυτό δεν έχει γίνει μια και μόνο φορά. Ξέρετε τι ξύλο πέφτει στους Έλληνες από τους Αρμένιους και πως απαντούν οι Έλληνες όταν βλέπουν ότι οι Κόπτες ή οι Αρμένιοι δεν σέβονται το καθεστώς του ναού και προσπαθούν ύπουλα να παίρνουν κάθε φορά λίγο παραπάνω και λίγο παραπάνω από τα προσκυνήματά μας; Αλλά θα μου πείτε έχουμε συνηθίσει τον τελευταίο καιρό να μας βάζουν χέρι στις περιουσίες μας , στη χώρα μας στα λεφτά μας και να μην μιλάμε οπότε ποιος ασχολείται με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και με τα δικαιώματά μας εκεί.

    Έχω τύχει πολλές φορές σε περιπτώσεις ξυλοδαρμού των μοναχών και έχω δει με τα μάτια μου τον προηγούμενο πατριάρχη Ιεροσολύμων κύριο Ειρηναίο να αντιδρά κατά τη διάρκεια του θυμιάματος γύρω από τον Πανάγιο Τάφο όταν οι Κόπτες προσπάθησαν να κερδίσουν έδαφος υπέρ τους όταν εκείνος περνούσε με το θυμιατήρι. Αν ο ίδιος δεν έβλεπε ότι τοποθέτησαν κεριά σε χώρο που ανήκει στους ορθόδοξους θα είχαμε χάσει κι εκείνο το μέρος.

    Κάπως έτσι άλλωστε χάσαμε τα προηγούμενα χρόνια όσα χάσαμε από τα προσκυνήματα. Σε μια άλλη περίπτωση κατά τη διάρκεια της Αφής του Αγίου Φωτός οι Αρμένιοι έριξαν τους τσολιάδες μας κάτω έξω από τον Πανάγιο Τάφο μπροστά στα μάτια του υφυπουργού τότε Παναγιώτη Σκανδαλάκη και της διπλωματικής υπαλλήλου Ελένης Σουρανή και κανείς δεν είπε τίποτα γι αυτό.
    Τώρα αν οι μοναχοί δεν παλέψουν για τα μοναστήρια και για τα πανάγια προσκυνήματα , ένα είναι σίγουρο ότι σύντομα θα βρισκόμαστε με όλο και λιγότερα δικαιώματα.Ο καθηγητής Α.Π.Θ. Θεόδωρος Ζήσης αναφέρει χαρακτηριστικά σε άρθρο του ότι:
    Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων με το ιδιόμορφο καθεστώς διοικήσεώς του από την Αγιοταφιτική Αδελφότητα, από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους, αλλά ιδιαίτερα από την εποχή το Μ. Κωνσταντίνου και της μητέρας του της αγίας Ελένης, στους οποίους οφείλεται η οικοδόμηση και η ανάδειξη όλων σχεδόν των προσκυνημάτων, είχε και έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί της Αγίας Γης της Παλαιστίνης, και κατ’ ακολουθίαν αναγνωρισμένη πλήρη κυριότητα εφ’ όλων σχεδόν των Προσκυνημάτων, ως ένα από τα πέντε Πατριαρχεία, την γνωστή “Πενταρχία” των Πατριαρχών (Ρώμης, Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), που αποτελούσαν τον κορυφαίο θεσμό διοικήσεως της Εκκλησίας.
    Το καθένα από τα πέντε Πατριαρχεία είχε τοπικά περιορισμένη δικαιοδοσία, όπως έχουν και όλες οι Μητροπόλεις και επισκοπές. Απαγορεύεται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες, και μάλιστα από κανόνες Οικουμενικών Συνόδων που υπογράφτηκαν από όλους, η πρέπει να αντιληφθούν ότι η διατήρηση των Παναγίων Προσκυνημάτων είναι μείζον εθνικό και εκκλησιαστικό θέμα, πρώτης προτεραιότητος.
    Οι εκκλησιαστικοί ταγοί στις ανταλλαγές επισκέψεων και φιλοφρονήσεων προς τους Αρμενίους να θέσουν με αυστηρότητα το θέμα της συμπεριφοράς των ομοεθνών τους, ει δ’ άλλως να διακόψουν κάθε σχέση και κάθε διάλογο, για να συνετισθούν και οι Λατίνοι, οι ουδέποτε εγκαταλείψαντες τα σχέδια τους και αναμένοντες την κατάλληλη ευκαιρία να ανατρέψουν προς περαιτέρω όφελος των το υφιστάμενο Καθεστώς (Status Quo), που ήδη αδικεί τους Αγιοταφίτες.
    Οι τοπικοί άρχοντες, νομάρχες, δήμαρχοι κ.ά., καλούμενοι κάθε χρόνο στις τελετές των Αρμενίων για την γενοκτονία από τους Τούρκους, για την οποία όντως αξίζουν την συμπάθειά μας, να βρουν τρόπο να δείξουν την δυσαρέσκεια τους. Καλές είναι οι δημόσιες σχέσεις και οι ψηφοθηρίες προς τις μειονότητες, αλλά όχι να προσβάλλεται και η ιστορική ευαισθησία της πλειονότητος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι να μη προφασίζονται την τωρινή κατάσταση ως λόγο αρνήσεως να στείλουν στα Ιεροσόλυμα κληρικούς και μοναχούς.
    Αν δεν μεταβούν νέα πρόσωπα, νέο δυναμικό, πως θα αλλάξει η κατάσταση; Οι πνευματικοί και οι Γεροντάδες στον κόσμο, ας κατευθύνουν μερικά πνευματικά τους παιδιά προς τα Ιεροσόλυμα. Είναι εγωισμός να τα θέλουν όλα γύρω τους.
    Οι σύλλογοι πολυτέκνων, οι πολύτεκνοι αλλά και οι ολιγότεκνοι γονείς, ας φροντίσουν να ενισχύσουν την πολύ καλή Πατριαρχική σχολή της Σιών (Γυμνάσιο και Λύκειο) με την εγγραφή μαθητών. Η διαμονή και η σίτιση τους είναι εντελώς δωρεάν, ακόμη και οι προοπτικές περαιτέρω σπουδών σε ελληνικά πανεπιστήμια, αν δεν θελήσουν να γίνουν κληρικοί και μοναχοί, μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Δυνατή Αγιοταφιτική Αδελφότητα, αριθμητικά και πνευματικά, λειτουργεί αποτρεπτικά προς άνομες διεκδικήσεις και εκδηλώσεις.
    Και προ παντός να προσευχόμαστε όλοι μας να αποκτήσει το Γένος εσωτερική ενότητα και συμφωνία επί των τιμαλφών που παραλάβαμε, και που τώρα απρόσεκτα αφήνουμε να περιφρονούνται και να ατιμάζονται με την δική μας συνέργεια.
    Αν αδιαφορήσουμε για τις παραδόσεις, τις αξίες, τους πατρογονικούς θησαυρούς μας, την κληρονομιά μας, θα έλθουν άλλοι να τα κληρονομήσουν και μεις θα μείνουμε με άδεια χέρια. Δεν θα μπορούν ούτε τα παιδιά μας να ξαναποκτήσουν, διότι θα έχουμε σκοτώσει τη μνήμη τους, δεν θα έχουν τίποτε μέσα τους, και ως εκ τούτου “ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”.
    Η θανάτωση της μνήμης των νέων είναι ο μεγαλύτερος και πιο ύπουλος κίνδυνος για το Γένος, η χειρότερη γενοκτονία, επειδή είναι κρυφή και αδιόρατη. Δεν γίνεται με όπλα, αλλά με την σχολική παιδεία και την αδίστακτη τηλεοπτική καταστροφή των αξιών, που μας συντήρησαν επί αιώνες.